Μαμά, θα μας πεις μια ιστορία?
Tuesday, October 31st, 2006 από KoyanO Γιώργος και η Ιωάννα έτρωγαν το βραδυνό τους.
Γιώργος: Μαμά, πες μας μια ιστορία.
Εγώ: Στέλλα, να τους πεις την ιστορία για τότε που ήμουν πειρατής στις μαύρες θάλασσες.
Γιώργος: Έλα μπαμπα, τι λες
Εγώ: Ναι καλέ, ήμουν πειρατής. Και η Στέλλα ήταν η κόρη του κυβερνήτη ενός νησιού εκεί στις μαύρες θάλασσες. Και μια φορά που είχα πάει εγώ να κλέψω από το σπίτι του κυβερνήτη, με είχε βρει ο κυβερνήτης και είχαμε αρχίσει την ξιφομαχία. (παίρνω θέση ξιφομαχίας και αρχίζω να ξιφομαχώ με τον αέρα). Και εκεί που παλεύαμε, ξαφνικά, βλέπω στην σκάλα να στέκεται η πεντάμορφη. Τα χάνω, σταματάω να παλεύω, και κοιτάω την πεντάμορφη. Ο κυβερνήτης όμως δεν σταμάτησε, και ερχόταν κατά πάνω μου με το ξίφος του. Τότε η πεντάμορφη μου φωνάζει “Πρόσεχε”, και εγώ απέκρουσα το ξίφος. Και συνέχισα να ξιφομαχώ, κοιτάζοντας όμως την πεντάμορφη. Η πεντάμορφη μου φωνάζει τότε “Μην κοιτάς εμένα”. Εγώ λοιπόν, για να μπορώ να την κοιτώ όσο θέλω, κάνω μία έτσι, και πετάω το σπαθί του κυβερνήτη μακριά. Τον είχα λοιπόν στην άκρη του σπαθιού μου. Μου λέει λοιπόν αυτός: “Τί περιμένεις, σκότωσέ με παλιοπειρατή”. Και του λέω εγώ: “Δεν είμαι άνθρωπος που σκοτώνει. Ποιά είναι η κοπέλα?”. Και μου λέει αυτός: “Να την αφήσεις ήσυχη την κόρη μου”. Τότε εγώ, γυρνάω το ξίφος μου, του το δίνω, πέφτω στα γόνατα και του λέω: “Κυβερνήτη, ή σκότωσέ με, ή δώστη μου για γυναίκα μου”. Και μου λέει αυτός: “Μα τότε τι θα κάνω εγώ άμα σε κάνω εσένα, ένα πειρατή γαμπρό μου?” Του λέω λοιπόν: “Έλα στην Αθήνα να πουλάς φωτογραφικά”. Και πήρε λοιπόν το μικρό του σκάφος, και ήρθε στην Αθήνα, και άρχισε να πουλάει φωτογραφικά. Και μόλις εγώ με την πεντάμορφη κάναμε παιδιά, αποφασίσαμε ότι δεν μπορούσαμε πια να είμαστε πειρατής και πειρατίνα, και ήρθαμε στην Καλαμάτα για να μεγαλώσουν τα παιδιά μας με ηρεμία.
Γιώργος: Έλα μπαμπά, αφού δεν έγινε έτσι, την ξέρουμε την ιστορία της ζωής σου
(Η Στέλλα κρύβεται για να γελάσει)
Εγώ: τι λες βρε, ποιά είναι η ιστορία της ζωής μου?
Γιώργος: Ξέρουμε πως γνωριστήκατε. Δεν ήσουν αληθινός πειρατής, απλά έλεγες ότι ήσουν πειρατής και της είχες πάρει το τόπι της και αυτή ήρθε κολυμπώντας στο σκάφος που ήσουν εσύ.
(Ναι είχα διαβάσει και εγώ την aremarekoukounare )







