Στο άπειρο και ακόμα παραπέρα

αναμνήσεις

17+2=19

Μια ανάσα πριν την εικοσαετία και ακόμα περνάμε τέλεια!

Δεν κάνουμε πάντα κάτι εξαιρετικό στην επέτειό μας, αλλά πάντα φροντίζουμε να το γιορτάσουμε κάπως. Φέτος είχαμε κάμποσο κόσμο στο σπίτι, οπότε ξεκινήσαμε το πρωί πηγαίνοντας για μπάνιο. Αράξαμε στο Barreira που έχει άφθονη σκιά και μπορείς να περάσεις ώρες ακόμα και τις μέρες που έχει πολύ κόσμο. Μετά συνεχίσαμε τρώγοντας στο Πευκάκι, με τη θαλασσινή αύρα να μας δροσίζει και βεβαίως κάναμε ξανά και μια βουτιά πριν έρθει το φαγητό. Το απόγευμα πήραμε μέρος στο event γιόγκα που είχε διοργανώσει η δασκάλα μας, γιόγκα στο κύμα παρέα με τα Body Shop. Ήταν μια διαφορετική εμπειρία, αφού ήταν πρώτη φορά που κάναμε γιόγκα σε εξωτερικό χώρο. Στην αρχή ήταν λίγο δύσκολα γιατί είχε αρκετό ήλιο ακόμα, αλλά όταν άρχισε να πέφτει η εμπειρία έγινε μαγική. Ειδικά τα πέντε λεπτά που κάτσαμε και είδαμε τον ήλιο να δύει μπροστά μας… Μετά τη γιόγκα κάναμε και νυχτερινό μπάνιο και έτσι έκλεισε τέλεια η μέρα!

yogastkoy 2016-07-10 21.17

Με αφορμή την επέτειό μας φέτος είπαμε για πρώτη φορά στα παιδιά και την πραγματική ιστορία του πώς γνωριστήκαμε. Μέχρι τώρα είχαν ακούσει μόνο ιστορίες λίγο φανταστικές. Δεν ξέρω πώς έγινε και δεν είχαμε πει την πραγματική. Ίσως θεωρούσαμε κιόλας πως ήταν μικρά για να την ακούσουν δεν ξέρω… Φέτος ζήτησαν να ακούσουν τι είχε γίνει. Ίσως έχουν επηρεαστεί και από το How I met your mother που βλέπουν μανιωδώς αυτό τον καιρό. Τόσες ιστορίες έχουν ακούσει από τον Ted, να μην ακούσουν και αυτή που τους αφορά; Έτσι λοιπόν άκουσαν την παρακάτω ιστορία:

Ο Κωνσταντίνος δούλευε σε ένα φωτογραφείο στην Αθήνα όσο σπούδαζε. Είχε γνωρίσει τυχαία την κόρη του φωτογράφου σε μια συναυλία του Παπάζογλου. Φορούσε ένα άσπρο ψάθινο καπελάκι και η κοπέλα του το πήρε και μετά πιάσαν κουβέντα για τη φωτογραφία. Ήταν εκεί και ο μπαμπάς της και γνωρίστηκαν και με αυτόν. Όταν ανέβηκε στην Αθήνα πήγε να τους βρει και του πρόσφεραν δουλειά. Κάποια στιγμή θα έφευγε για Αγγλία με το Erasmus και στο φωτογραφείο ήθελαν άτομο. Τους γνώριζε ο μπαμπάς μου καλά γιατί ήταν πωλητής στην Kodak τότε και ήταν πελάτες του και μου πρότεινε να πάω. Σπούδαζα κι εγώ τότε και μια χαρά μου κάθησε η part time δουλειά. Η πρώτη φορά λοιπόν που είδα τον Κωνσταντίνο ήταν τότε και η πρώτη μου σκέψη ήταν “πώς είναι τούτος έτσι καλέ;” Ήταν πιτσιρίκος, με φουντωτά μαλλιά και μούσια!

Η δεύτερη φορά που τον είδα από την άλλη μου άφησε άλλη εντύπωση. Είχε διακοπές από το Erasmus και ήρθε να χαιρετήσει τους φωτογράφους (που μας είχαν λίγο σαν παιδιά τους όλους). Ήταν κουρεμένος, φιτ από το πολύ κολυμβητήριο στην Αγγλία, ξυρισμένος, με ένα μακρύ μαύρο παλτό. Όπως καταλάβατε, άλλαξα γνώμη! Βέβαια ήταν απλώς του τύπου “α να ένας ωραίος”, αφού ήμουν σε σχέση τότε και άλλωστε ο Κωνσταντίνος ήταν ακόμα στην Αγγλία (και ήταν επίσης σε σχέση). Τον είδα μια φορά ακόμα, γιατί είχε ξεχάσει τα κλειδιά του στο μαγαζί και μου ζήτησε να του τα πάω μια που πήγαινα στο κέντρο για τη σχολή. Εγώ δεν είχα σχολή εκείνη τη μέρα, αλλά ήξερα πως θα πηγαίναμε με τον μπαμπά μου που ήθελε να ψωνίσει. Έτσι του τα πήγα και γνώρισα και τη σχέση του αφού πήγα σπίτι της στην ουσία.

Μετά από κάποιο διάστημα τέλειωσε το Erasmus, γύρισε πίσω, πήγε και ναύτης. Πήγε να ξαναδεί τους φωτογράφους και μέσα στα νέα που τους είπε ήταν πως χώρισε από τη σχέση του. “Α, αλήθεια;” του λέει η -καλή- φωτογράφος. “Και η Στέλλα χώρισε…”. Προφανώς θα του είχα αφήσει κι εγώ καλή εντύπωση γιατί ζήτησε το τηλέφωνό μου, το οποίο και πήρε. Μετά από λίγες μέρες χτύπησε το τηλέφωνό μου με τη γνωστή, θρασύτατη φράση. Μου πρότεινε να πάμε στην Άνδρο μαζί με ένα φίλο του, να δούμε μια έκθεση φωτογραφίας.

Δεν πήγαμε ποτέ στην Άνδρο και εκείνο τον φίλο τον γνώρισα αρκετό καιρό μετά (αφού προφανώς δεν ήρθε μαζί μας), αλλά περάσαμε ένα τέλειο Σαββατοκύριακο. Στο μυαλό μας είχαμε και οι δύο κάτι πιο σύντομο σε σχέση -αφού είχαμε μόλις χωρίσει από μακροχρόνιους δεσμούς- αλλά… δε μας έκατσε! 19 χρόνια μετά, είμαστε ακόμα μαζί.

Τα παιδιά ενθουσιάστηκαν με την ιστορία και πρότειναν την εξής εξαιρετική ιδέα: του χρόνου που θα γιορτάζουμε τα 20 χρόνια γνωριμίας, να πάμε επιτέλους εκείνο το ταξίδι στην Άνδρο! Μας άρεσε φυσικά πολύ και νομίζω ξέρουμε ήδη πού θα περάσουμε τις ημέρες αυτές του χρόνου 🙂

Την ιστορία του γάμου την έχω γράψει σε προηγούμενη επέτειο αν θέλετε να τη διαβάσετε κι εκείνη. Ήταν εξίσου περιπετειώδης!
Scan32

Εδώ φεύγοντας από την εκκλησία

Scan63

Και εδώ τις επόμενες μέρες, που τις περάσαμε στην Αλόννησο… Τι πιτσιρίκια που ήμασταν!

 

Γιαγιά Στέλλα

Όταν γεννήθηκαν τα παιδιά, ζούσαν και οι 4 προγιαγάδες τους και 2 από τους προπαππούδες. Σιγά σιγά τους αποχαιρετήσαμε όλους. Πρώτα τον παππού Βάγια, μετά τη γιαγιά Ολυμπία, τη γιαγιά Βάσω τόσο ξαφνικά, την γιαγιά Ευθυμία, τον παππού Τσάρλι… Τώρα ήρθε η ώρα να αποχαιρετήσουμε τη γιαγια Στέλλα.

Για να πω την αλήθεια είναι το πιο δύσκολο ποστ απ’ όλα όσα έχω γράψει μέχρι τώρα αυτό. Ξέρω πως η γιαγιά έφυγε πλήρης, στα 91 της, έχοντας δει και μεγάλα δισέγγονα. Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου πως η λύπη πρέπει υπάρχει μεν, αλλά όλα πήραν το δρόμο τους ομαλά, έκλεισε ολοκληρωμένα και φυσιολογικά ο κύκλος της ζωής και η λύπη πρέπει να φύγει γρήγορα και να μείνουν στη θέση της οι όμορφες (και οι άσχημες – μέσα στη ζωή είναι κι αυτές…) αναμνήσεις.

Η γιαγιά η Στέλλα λοιπόν ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος. Πεισματάρα, ανεξάρτητη και εγωίστρια ίσως. Όμως για εμένα ήταν η γιαγιά μου, η γυναίκα που μας φρόντιζε και μας τάιζε κάθε μεσημέρι γιατί η μαμά μου δούλευε, η γυναίκα με την οποία περνάγαμε κάθε καλοκαίρι 2 ολόκληρους μήνες μαζί της διακοπές στο εξοχικό της. Ήταν αυστηρή, είχε πολλούς κανόνες και πολλές φορές τσαντιζόμουν με τους κανόνες αυτούς και τους θεωρούσα άδικους, ειδικά ως έφηβη στις διακοπές μας, όταν για παράδειγμα ήθελε να γυρνάμε πίσω στις 10 το βράδυ πάντα, ενώ η υπόλοιπη παρέα έμενε πολύ πιο αργά, γιατί αλλιώς μας κλείδωνε την πόρτα (δεν ήθελε να χάσει τον ύπνο της). Το ότι είχε κανόνες βέβαια, πολύ μετά, ως μικρομαμά πλέον, το εκτίμησα ιδιαίτερα. Ήξερα πως όταν κράταγε αυτή τα παιδιά δεν υπήρχε περίπτωση να φάνε γλυκό πριν το φαγητό τους ας πούμε, ούτε θα τους έκανε κάθε χαζό χατήρι. Την εμπιστευόμουν ότι θα έκανε ό,τι θα είχα κάνει κι εγώ μαζί τους.

Και οι δύο μου γιαγιάδες ήταν διαφορετικές από αυτό που έχει κανείς στο μυαλό του ως ελληνίδα γιαγιά, αλλά και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Η γιαγιά Στέλλα φόραγε παντελόνια και αθλητικά παπούτσια, κάπνιζε μανιωδώς μέχρι τέλους, δε τα είχε καθόλου καλά με τους παπάδες και δε φόρεσε ποτέ μαύρα. Δεν ήταν κοκέτα σα τη γιαγιά Ολυμπία, αλλά προτιμούσε πάντα την άνεσή της.

Ήταν η πρώτη κόρη μιας πολυμελούς οικογένειας. Γεννήθηκε στον Κοσμά. Οι γονείς της έκαναν 16 παιδιά, από τα οποία όμως κάμποσα πέθαναν μικρά και κάποια άλλα λίγο μεγαλύτερα, σε πολέμους κλπ. Τέλειωσε μόνο το δημοτικό και μετά, στα 12, πήγε στην Αθήνα για να φροντίζει τον αδερφό της. Εκεί γνώρισε τον παππού, πήγαν στην Αμερική, έκαναν 2 παιδιά και έμειναν εκεί μέχρι λίγο μετά που παντρεύτηκε (στην Ελλάδα) η μαμά μου. Ήταν από αυτούς τους ελληνοαμερικάνους που χρησιμοποιούν λέξεις όπως “φένι” (για τον ανεμιστήρα), “τσίπης”, “τεληόραση” κλπ και τη μαμά μου τη φώναζε Τζοένι (όπως άλλωστε είχε μάθει και την έλεγε όλη η οικογένεια). Από τότε που γυρίσανε τη θυμάμαι να κρατάει εμάς τα παιδιά όσο δούλευαν οι δικοί μου, με πήγαινε στο νηπιαγωγείο, με έπαιρνε από τη στάση όταν γύριζα από το Δημοτικό, μας είχε πάντα φαγητό το μεσημέρι. Τα καλοκαίρια πηγαίναμε ένα μήνα διακοπές με τους γονείς μας, στην άδειά τους δηλαδή, και το υπόλοιπο καλοκαίρι ήμασταν με τη γιαγιά. Μετά, όταν γεννήθηκε ο Γιώργος, τον κράταγε πολλές φορές, του έφτιαχνε φαγητό, τον αγαπούσε πολύ. Η Ιωάννα δε, δεν κοιμόταν με τίποτα, αλλά μόλις την έπαιρνε η γιαγιά αγκαλιά, είχε κοιμηθεί στο δευτερόλεπτο. Πολλές φορές όταν δε μπορούσα να την κοιμήσω την πήγαινα απλώς εκεί για λίγο (έμενε στην διπλανή πόρτα) και την έπαιρνα ξανά κοιμησμένη πλέον. Δυστυχώς όταν ο Γιώργος ήταν περίπου 3 χρονών η γιαγιά έπεσε στην κουζίνα και έσπασε το πόδι της. Πέρασε δύσκολα μετά γιατί χρειάστηκε επεμβάσεις, λάμες κλπ και από τότε ποτέ δεν ήταν ξανά τόσο καλά. Τη δυσκόλευε το πόδι και την έριξε πολύ αυτό.

Όταν φύγαμε για Καλαμάτα στεναχωρήθηκε μεν, αλλά πάντα έλεγε πως κάναμε το καλύτερο για μας και τα παιδιά μας. Έλεγε πάντα ιστορίες για τον Κοσμά και από όταν ήταν μικρή, μερικές φορές νομίζω μπερδεύοντας τι είχε ζήσει αυτή και τι είχε ακούσει από τα αδέρφια της. Προς το τέλος μπέρδευε γενικά όσα θυμόταν με την πραγματικότητα, τις ειδήσεις γύρω της και το τι έγινε στους υπόλοιπους, πράγμα που μας έκανε να γελάμε συχνά.

Πιο νέα μαγείρευε πολύ (είπαμε έτρωγα εκεί κάθε μεσημέρι) και από αυτήν έμαθα τις φακές με χυλοπίτες (για μένα αυτές ήταν οι κανονικές κλασικές φακές πάντα), τα γιουβαρλάκια και τα κουλουράκια της που έφτιαχνε κάθε Πάσχα. Μάλιστα όταν ήταν μικρός ο Γιώργος είχαμε φτιάξει οι 3 μας ένα παραμύθι με τη γιαγιά και τα γιουβαρλάκια, που ήταν το αγαπημένο φαγητό του Γιώργου. Το παραμύθι λέγεται “Ο Λάτας Πινέλαβας” και νομίζω θα το σκανάρω και θα το ανεβάσω εδώ.

Δεν είχα φανταστεί πως η έλλειψή της θα μου έφερνε τέτοια στεναχώρια. Η λογική λέει μακάρι κι εμείς να φτάσουμε τα χρόνια της. Επίσης το τελευταίο διάστημα δεν πηγαίναμε και πολύ στην Αθήνα και όταν πηγαίναμε καθόμασταν λίγο στη γιαγιά γιατί δεν άντεχα τον καπνό και την κλεισούρα. Όμως η θλίψη είναι εδώ παρά τη λογική. Στην κηδεία της ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα έτσι. Με πήραν τα ζουμιά και δεν μπορούσα με τίποτα να πάω κοντά στο φέρετρο να τη δω. Αδυνατούσα. Ίσως γιατί δεν ήθελα να το αποδεχτώ. Όταν εντέλει με έπεισα να πάω, την είδα και χαμογέλασα. Δεν ήταν η γιαγιά μου εκεί μέσα.

Θα τη θυμάμαι πάντα με αγάπη και χαίρομαι πολύ που τα παιδιά μου θα έχουν επίσης αναμνήσεις από τη γιαγιά καθώς την έζησαν πολύ. Και σίγουρα θα τη θυμόμαστε κάθε φορά που τρώμε γιουβαρλάκια, φακές και κουλουράκια!

Τι μπορεί να σου κάνει μια αφίσα…

Χτες την ώρα που τριγύρναγα στο Facebook, είδα μια αφίσα υποψήφιας δημοτικού συμβούλου, στην οποία υποκλίνονταν φυσικά όλοι, έχοντας λιώσει από τα γέλια.

Η Βίβιαν μπορεί!!!

Αφού ξεπέρασα το πρώτο γέλιο, μετά είδα πως η Βίβιαν κατεβαίνει στον Άγιο Δημήτριο που είναι η περιοχή στην οποία μεγάλωσα και έζησα μέχρι και που μετακομίσαμε στην Καλαμάτα. “Βρε τι παιδιά βγάζει ο δήμος μας” σκέφτηκα.

Και μετά έπεσε το μάτι μου στο όνομα του υποψήφιου δήμαρχου με τον οποίο κατεβαίνει η Βίβιαν:

Τάσος Αυρηλιώνης; Κάτι μου λέει αυτό το όνομα. Μα, δεν μπορεί, αποκλείεται…

##εδώ κάνουμε ένα φλας μπακ 25 χρόνια πίσω…##

Είμαι στην τρίτη γυμνασίου. Όχι από τις καλύτερες μαθήτριες της τάξης, από τα παιδιά που έχουν δυνατότητες αλλά δεν τους έχει κινήσει κάτι το ενδιαφέρον για να τις αξιοποιήσουν. Ένα από  τα αγαπημένα μου μαθήματα είναι η Χημεία. Είχαμε και εξαιρετικό καθηγητή, τον κύριο Δρίβα, που ερχόταν πάντα με πουκάμισο στην τάξη, μας έλεγε να μην παίρνουμε παυσίπονα στον πυρετό (για να καταφέρει να σκοτώσει τα μικρόβια) και πέταγε από το παράθυρο τα τετράδια των μαθητών που κάναν φασαρία. Όχι, αλήθεια, ήταν από τους αγαπημένους μου καθηγητές. Όταν τελειώναμε την τάξη και θα φεύγαμε από το Γυμνάσιο, πήραμε από ένα τετράδιο και πήγαμε σε όλους τους καθηγητές να μας γράψουν μια αφιέρωση. Ο κύριος Δρίβας έγραψε στο δικό μου πως κάποια μέρα θα γίνω λαμπρή Χημικός.

Αυτό για να καταλάβετε πόσο καλή ήμουν και πόσο μου άρεσε το μάθημα.

Μετά ήρθε το Λύκειο. Στο Λύκειο λοιπόν, Φυσική και Χημεία είχαμε πλέον άλλο καθηγητή. Τον -εξίσου- αξέχαστο κύριο Αυρηλιώνη. Εδώ το “κύριος” θα ήθελα να το βάλω σε εισαγωγικά. Τέτοια συμπάθεια του έχω. Ήταν το απόλυτο παράδειγμα στο πώς το Πανεπιστήμιο δεν βγάζει τη βλαχιά από κανέναν. Αν πριν είχα το Πανεπιστήμιο σε εκτίμηση, την έχασα τότε, με αυτόν τον άνθρωπο. Έμπαινε στην τάξη και έλεγε το αείμνηστο “σβου τον πίνακα ρε!”  Όλο το μάθημα γινόταν σε αυτό το άκρως επιστημονικό ύφος… Δεν καταλάβαινα τίποτα. Δεν πήγα και ποτέ σε φροντηστήριο και έφτασα στη δευτέρα Λυκείου να έχω 12 στο μάθημά του. Αν δεν είχαμε την τύχη να ακυρωθούν εκείνη τη χρονιά οι τελικές εξετάσεις, δεν ξέρω τι θα είχα κάνει. Μίσησα και αυτόν και τη Φυσική και τη Χημεία.

Όλα αυτά μου ξαναήρθαν στο μυαλό όταν είδα το όνομα αυτό στο ψηφοδέλτιο. Έψαξα το όνομά του λοιπόν και είδα πως δυστυχώς θυμάμαι πολύ καλά και τον καθηγητή μας τον έλεγαν Τάσο. Και τώρα κατεβαίνει για Δήμαρχος… Και είδατε και τι εξαιρετικούς και ικανούς ανθρώπους έχει μαζί του.

Αν πάτε να ψηφίσετε εκεί, ρίξτε και σε αυτόν κάτι. Δεν προτείνω την ψήφο σας βέβαια, αλλά μάλλον την επιβράβευση της ανοιχτής παλάμης…

Directioner…

Η Ιωάννα ετοιμάζεται για ολοήμερη εκδρομή με το σχολείο.

-Αχ μαμά, ξαλάφρωσα που έβαλα τα τραγούδια των One Direction στο Walkman μου.

-Ξαλάφρωσες; γιατί είχες βάρος;;;

-Μα πώς θα πέρναγα μια ολόκληρη μέρα ΧΩΡΙΣ One Direction;;;;;;

 

Πώς άραγε; Και μπορεί να γέλασα (από μέσα μου) από τη μια με την τραγωδία του να περάσει μια μέρα κανείς χωρίς να ακούσει το αγαπημένο του συγκρότημα, αλλά από την άλλη δεν μπορώ να ξεχάσω πως ήμουν κι εγώ έτσι στην ηλικία της. Μπορεί να ήταν άλλο το συγκρότημα τότε, να άκουγα Duran Duran αντί για One Direction, Madonna αντί για Ντέμυ, να είχα walkman που έπαιρνε κασέτα και όχι mp3, αλλά η μουσική ήταν μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Είχα βιβλία για τους Duran Duran (ακόμα κάπου εδώ είναι), το δωμάτιό μου ήταν γεμάτο αφίσες και στο σχολείο η μουσική σκηνή αποτελούσε κυρίαρχο θέμα συζητήσεων (και αντιπαραθέσεων φυσικά).

Εδώ το δωμάτιό μου όταν πήγαινα Λύκειο. Συμμαθητές σε πάρτυ μασκέ, τους οποίους παραβλέψτε τους και κοιτάξτε τι γινόταν στον τοίχο μου…  Οι Duran Duran φυσικά κυριαρχούν, αλλά υπάρχει και Μαντόνα και David Bowie και -ω, τι προδοσία!!!- Wham…

Η Ιωάννα δεν έχει φτάσει ακόμα εκεί (πού είναι το Αφισόραμα και όλα τα περιοδικά από τα οποία προμηθευόμουν εγώ αφίσες…), αλλά που θα πάει…

Μετακομίζοντας στην επαρχία

Ήμουν σίγουρη πως θα είχα κάνει ένα ποστ για αυτό το τόσο σημαντικό πράγμα για εμένα: τη μετακόμιση στην επαρχία. Όμως να που δεν έχω γράψει ποτέ τίποτα για αυτό. Ήρθε η ώρα να επανορθώσω.

Έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αθήνα. Δεν έχουμε “χωριό”, ούτε καν συγγενείς σε χωριό και δεν είχα ζήσει ποτέ, έστω για μια εβδομάδα το Πάσχα ας πούμε, στην επαρχία. Αμυδρά θυμάμαι ένα καλοκαίρι που μας είχε πάρει η γιαγιά και είχαμε πάει στην Κάλυμνο να μείνουμε (δεν ξέρω καν αν πήγαινα ακόμα δημοτικό, τόσο μικρή), τότε που υπήρχε ακόμα σπίτι εκεί του παππού. Μετά το πούλησαν και αυτό και δεν υπήρχε κανένας σύνδεσμος με το νησί. Κάναμε βέβαια διακοπές κάθε καλοκαίρι, ένα μήνα κάμπινγκ με τους γονείς μου και αργότερα όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι με τη γιαγιά σε ένα εξοχικό, λίγο πιο έξω από την Αθήνα. Αλλά και με το κάμπιγκ ακόμα, παρότι ζεις σε σκηνή και στη φύση, δεν είναι το ίδιο με το να μείνεις μαζί με κάποιον που μένει μόνιμα εκεί, έχει στημένη ζωή δηλαδή, και να ζήσεις κι εσύ λίγο μαζί του έτσι.

Με λίγα λόγια αυτό που θέλω να πω είναι πως δεν είχα ιδέα τι σημαίνει ζωή στην επαρχία. Ήξερα μόνο πως η Αθήνα δε μου άρεσε, δε μου ταίριαζε, και ήθελα να φύγω. Δεν ήμουν ποτέ τύπος της νυχτερινής ζωής, οπότε δε με τράβαγε ούτε καν αυτό. Η Αθήνα έχει κίνηση, φασαρία, κάνεις μια ώρα (κυριολεκτικά) για να πας οπουδήποτε, είναι βρώμικη… Το σκεφτόμουν, αλλά δεν είχα κάνει κίνηση από μόνη μου να φύγω. Γιατί; γιατί εκεί είχα τους φίλους μου, τις σπουδές μου, τους γονείς μου. Και φυσικά δεν ήξερα κανέναν που να μένει στην επαρχία! Η δουλειά βέβαια που είχα διαλέξει τότε να κάνω, η συντήρηση έργων τέχνης δηλαδή, ήταν δουλειά που θα μπορούσε να με στείλει στην επαρχία με ευκολία.

Πριν γίνει αυτό,  γνώρισα τον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος είναι από την Καλαμάτα και παρότι την εποχή εκείνη είχε λόγους ακόμα να μένει στην Αθήνα, ήθελε κάποια στιγμή να μπορέσει να γυρίσει. Είχε κάνει και μια -αποτυχημένη- προσπάθεια όταν πρωτογνωριστήκαμε. Στην αρχή μείναμε στην Αθήνα. Είχε δουλειά ο Κωνσταντίνος, είχα δουλειά εγώ. Παντρευτήκαμε, κάναμε και τα πιτσιρίκια μας. Πάντα υπήρχε όμως στο μυαλό μας το ότι θέλαμε να φύγουμε. Όταν για παράδειγμα μας πρότεινε η θεία μου να βαφτίσει τον Γιώργο, της είχαμε πει πως αν είναι να γίνει νονά, θα ξέρει πως εμείς θα φύγουμε κάποια στιγμή για Καλαμάτα, μην το παρατήσει το παιδί! Και οι γονείς μου το ξέραν πως το είχαμε στο μυαλό μας, αν και νομίζω πως δεν το είχαν πιστέψει, θεωρούσαν πως είναι από αυτά τα πράγματα που λες, αλλά δεν κάνεις ποτέ.

Τέλος του 2002 στο σπίτι στην Αθήνα

Έφτασε μια στιγμή όμως που μπορούσαμε να φύγουμε. Ο Κωνσταντίνος δούλευε πλέον από το σπίτι κι εγώ δεν δούλευα καθόλου λόγω των παιδιών. Τα παιδιά ήταν μικρά, άρα δεν είχαμε να σκεφτούμε σχολεία, φίλους κλπ Κι έτσι αρχίσαμε να κοιτάμε αγγελίες για ενοικιάσεις σπιτιών στην Καλαμάτα.

Να πω εδώ πως δεν “έτυχε” όλο αυτό, δεν μας “έκατσε” απλά. Είχαμε πολλούς λόγους να μείνουμε στην Αθήνα. Δικό μας σπίτι, γιαγιά και προγιαγιά στα διπλανά διαμερίσματα (και άρα babysitting όποτε θέλαμε στην ουσία και μπόλικη βοήθεια), φίλους, συγγενείς… Και φυσικά τη βολή του σίγουρου. Ο Γιώργος ήταν (και είναι ακόμα) απίστευτα δεμένος με τον μπαμπά μου, αλλά και με τη γιαγιά τη Στέλλα και παρότι δεν τον παίρναμε από τους φίλους του, τον παίρναμε από τους αγαπημένους του παππούδες. Οι γονείς μου επίσης φρικάρανε κάπως γιατί είδαν πλέον πως το ενννούσαμε σοβαρά. Έπεσαν διάφορα επιχειρήματα του τύπου “και αν θελήσεις να πάει το παιδί στη Γερμανική Σχολή, τι θα κάνεις;;;”. Ήταν πολύ δύσκολο για μένα, κυρίως γιατί αισθανόμουν πως στεναχωρώ πάρα πολύ τους γονείς μου. Ούτε ήταν πως θα είχαμε βοήθεια εδώ, μια που οι γονείς του Κωνσταντίνου δούλευαν και οι δύο ακόμα και τα Σάββατα και φίλους και γνωστούς δεν είχαμε.

Οι λόγοι όμως για να φύγουμε ήταν για μένα πολύ σημαντικοί. Θα πηγαίναμε σε μια ωραία πόλη και θα μέναμε σε μονοκατοικία με κήπο (όταν ψάχναμε για σπίτι το είχαμε βάλει ως όρο. Δε θα φεύγαμε από το διαμέρισμα εκεί να έρθουμε σε διαμέρισμα εδώ…). Τα παιδιά θα μπορούσαν να κάνουν έξω ποδήλατο, να είναι στον κήπο, στην φύση, χωρίς να φοβάμαι. Θα είχαμε μια πιο ήσυχη και νορμάλ ζωή (εχμ, τώρα το νορμάλ, για τα δικά μας δεδομένα, έτσι;;;), χωρίς καυσαέρια, χωρίς κίνηση.

Βρήκαμε ένα σπίτι που μας άρεσε πολύ, μια όμορφη παλιά μονοκατοικία με κήπο, και έτσι μια 25η Μαρτίου, σχεδόν 11 χρόνια πριν, μετακομίσαμε. Δε θα πω πως δεν ήταν δύσκολο. Κυρίως γιατί είχαμε λίγη βοήθεια και δεν είχαμε κανένα φίλο και γνωστό. Είχαμε όμως ο ένας τον άλλο και σιγά σιγά χτίσαμε μια νέα ζωή εδώ, ακριβώς όπως τη θέλαμε και τη φανταζόμασταν. Ο Γιώργος στην αρχή δήλωνε Αθηναίος και έλεγε πάντα πως η Αθήνα είναι πιο ωραία. Μέχρι που συνήθισε και αυτός και είδε σιγά σιγά πως εδώ είναι ελεύθερος, παίζει, βγαίνει έξω, ενώ όταν πηγαίνουμε στην Αθήνα είναι κλεισμένος μέσα σε ένα διαμέρισμα με ένα μπαλκονάκι μισό μέτρο. Η Ιωαννούλα ήταν πολύ μικρή για να έχει άποψη. Της άρεσε όμως γιατί είχαμε όμορφη αυλή. Δεν είναι τυχαίο πως η πρώτη της λέξη ήταν “κόκα” (κότα…). Η μόνη που δε συνήθισε ποτέ τη μετακόμιση ήταν η γάτα μας, που από το κακό της άρχισε να κατουράει στα πράγματα των παιδιών…

Οι πρώτες μέρες στο καινούριο σπίτι. To να πίνει η Ιωάννα νερό από το λάστιχο ήταν πολύ κλασικό πράγμα!

Ακόμα μου λείπουν οι δικοί μου. Με στεναχωρεί το ότι έχω δυο ανήψια τα οποία βλέπω τέσσερις φορές το χρόνο. Με τους γονείς μου βλεπόμαστε σχεδόν μια φορά το μήνα, αλλά σίγουρα δεν είναι το ίδιο. Αλλά μου αρέσει τόσο η ζωή μας εδώ που δεν θα την άλλαζα με τίποτα. Πραγματικά δεν μπορώ να βρω κανέναν λόγο για να σου αρέσει η Αθήνα και να θέλεις να μείνεις εκεί. Και αν αναγκαζόμασταν να φύγουμε, θα προτιμούσα να πάω στο εξωτερικό παρά στην Αθήνα και ας έχω εκεί συγγενείς και καλούς φίλους.

Πολλές φορές μου λένε “είσαι τυχερή, κι εγώ θα ήθελα να φύγω αλλά…” -κι εδώ συμπληρώστε ό,τι δικαιολογία θέλετε. Εγώ λέω αν δεν είσαι ευχαριστημένος με αυτό που έχεις, είναι στο χέρι σου να το αλλάξεις. Δυσκολίες θα υπάρχουν πάντα και ποτέ δεν είναι “η κατάλληλη στιγμή”.

Έγινε ολόκληρο σεντόνι η ανάρτηση αυτή. Συνήθως αποφεύγω να γράφω πολλά σε ένα ποστ, γιατί ακόμα κι εγώ τα βαριέμαι!!! Όμως εδώ είναι ένα θέμα για το οποίο θα μπορούσα να γράφω σελίδες. Και λίγα είπα…

Εγώ και τα βιβλία

Αν με ρωτήσει κανείς λεπτομέρειες για τη σχέση μου με τα βιβλία, θα απογοητευτεί. Δε θυμάμαι ποιό ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα, πότε ξεκίνησα να διαβάζω, πόσα βιβλία διάβαζα το μήνα…

Ξέρω πως η πρώτη μου ανάμνηση είναι απο ένα βιβλίο. Δεν ξέρω πόσο ήμουν, σίγουρα ήμουν πολύ μικρούλα, δε διάβαζα ακόμα. Τριων, τεσσάρων, ποιός να ξέρει… Απ´ ο,τι έμαθα μετά που το συζήτησα με τους γονείς μου, κάποιος θείος που είχε έρθει απο ταξίδι μας είχε φέρει διάφορα δώρα. Και σε μένα είχε φέρει ένα βιβλίο. Δεν το θυμάμαι φυσικά, θυμάμαι μόνο να κοιτάζω μια σελίδα με ένα πολύχρωμο καρουσέλ.

Ούτε θυμάμαι πότε ξεκίνησα να διαβάζω. Εννοώ πότε απέκτησα την ικανότητα. Οι γονείς μου λένε μικρή, ίσως πριν την πρώτη. Μια φίλη των γονιών μου μου είπε πως με θυμάται επτά χρονών να διαβάζω διαρκώς βιβλία. Και γενικά όλοι με θυμούνται να είμαι συνέχεια με ένα βιβλίο στο χέρι.

Θυμάμαι την αδερφή μου να θέλει να παίξουμε με τις κούκλες κι εγώ να θέλω την ησυχία μου για να διαβάσω και τη μαμά μου να με πιέζει να αφήσω επιτέλους το βιβλίο και να παίξω λίγο με την αδερφή μου! Δε με ενδιέφεραν ποτέ οι κούκλες ιδιαίτερα, προς μεγάλη απογοήτευση της αδερφής μου βεβαίως….

Επίσης θυμάμαι να ζητάω πάντα βιβλία για δώρο. Όποτε με ρωτούσαν τι θέλω, απαντούσα “ένα βιβλίο”. Και η στάνταρ απάντηση των γονιών μου (που τότε μου φαινόταν απίστευτη, όμως τώρα κάπως τους καταλαβαίνω) ήταν “τι να σου πάρουμε βιβλίο; αφού θα το τελειώσεις μέσα σε μια μέρα!”. Και θυμάμαι με μεγάλη χαρά κάποια Χριστούγεννα, ίσως να ήμουν κάπου στο Γυμνάσιο δεν ξέρω, που άνοιξα το δώρο μου και ήταν ένα πάκο από βιβλία!!! Έκανα μεγάλη χαρά! Είχε τα τρία βιβλία του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, είχε Σέρλοκ Χολμς, είχε και άλλα ακόμα. Αυτή η στιγμή έχει χαραχτεί στη μνήμη μου!

Όλα αυτά τα χρόνια δεν υπάρχει περίπτωση να μπω σε βιβλιοπωλείο και να μην αγοράσω κάτι. Οι καλύτερες βόλτες ήταν στο κέντρο της Αθήνας, στην Πρωτοπορία και την Πολιτεία (το πιο αγαπημένο μου βιβλιοπωλείο ever), όπου έχω ακουμπήσει ουκ ολίγα χρήματα. Και δεν ήμουν πάντα τόσο κολλημένη με το sci-fi, έχω διαβάσει τα πάντα.

Τα βιβλία αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου και με συντροφεύουν χρόνια τώρα καθημερινά, σε διακοπές, όταν είμαι άρρωστη, τα βράδια πριν κοιμηθώ, στο κομμωτήριο, σε ταξίδια, παντού. Και έχουν γίνει λόγος να ξενυχτήσω αμέτρητα βράδια.
Και χαίρομαι πάρα πολύ που βλέπω πως την αγάπη αυτή (που την μοιράζεται μαζί μου και ο Κωνσταντίνος) την έχουμε μεταδώσει στα παιδιά μας!

Βραβείο

Πριν από κάνα μήνα, έλαβα ένα βραβείο από την Evita, μια πρόσκληση δηλαδή σε ένα μπλογκοπαιχνίδι. Άργησα λίγο να το παραλάβω και να γράψω το ποστ μου, αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ. Οι κανόνες λένε λοιπόν πως πρέπει να το παραλάβεις, να ευχαριστήσεις αυτόν που στο έδωσε και να πεις 7 πράγματα για τον εαυτό σου.

Ευχαριστώ λοιπόν Evita για το βραβείο και την πρόσκληση, αλλά και για τα καλά λόγια που έγραψες για μας!
Για να δούμε 7 πράγματα για τη Στέλλα που ίσως και να μην ξέρετε…

1. Τα πρώτα μου γενέθλια τα γιόρτασα μέσα σε ένα αεροπλάνο! Πήγαινα με τη μαμά μου στην Αμερική!
2. Θα ήθελα να είχα δύο μήνες ελεύθερους και να γύριζα την Αυστραλία με αυτοκινούμενο
3. Έχω μια μικρή μικρή δόση υψοφοβίας και μια ακόμα μικρότερη κλειστοφοβίας
4. Μικρή ήμουν εξαιρετικά δύσκολο παιδί στο φαγητό. Τους έσκαγα τους γονείς μου. Μια φορά, για να φάω τουλάχιστον κάτι, μου πήραν 3 παγωτά!!!
5. Λατρεύω τις γλυκόξινες γεύσεις και τα φρούτα μέσα στα φαγητά
6. Όταν ήμουν στο Λύκειο, έφτιαξα το πρώτο μου προγραμματάκι σε έναν Άμστραντ. Ήταν μια φατσούλα (φτιαγμένη από κενά και Χ) που μπορούσε να κάνει έναν μικρό διάλογο μαζί σου. Μάλιστα το είχα κάνει να λέει διαφορετικά πράγματα, ανάλογα με το όνομα που του έγραφες.
7. Έχω γράψει ένα παραμύθι, το έχω εικονογραφήσει και το έχει βιβλιοδετήσει μια φίλη. Έτσι έχω στη βιβλιοθήκη μου ένα μοναδικό βιβλίο, γραμμένο από εμένα!

Αυτά από εμένα λοιπόν! Οι κανόνες λένε πως πρέπει να το δώσεις σε 7 ακόμα, αλλά παιδιά δεν έχω παρακολουθήσει ποιοί έχουν ήδη παραλάβει το βραβείο και ποιοί όχι μετά από τόσο καιρό. Οπότε ρίχνω πάσα και ας πάρει όποιος θέλει!

Ένα περιστατικό, δυο τρόποι να το θυμάσαι

Το 2008 ο Γιώργος είχε ένα ατύχημα. Πήγε να πετάξει ένα σελοτέιπ από το κρεββάτι του (είναι διόροφο) και με κάποιο μαγικό τρόπο βρέθηκε στο πάτωμα, το κάγκελο σπασμένο δίπλα του και το αυτί του να τρέχει αίμα. Περάσαμε μια εβδομάδα στο νοσοκομείο γιατί είχε πάθει διάσειση και έκανε εμετούς συνέχεια. Από αυτό ευτυχώς δεν έμεινε τίποτα, έχει χάσει μια συχνότητα από εκείνο το αυτί του, κάτι που όμως δεν έχει καμία σημασία, ούτε θα το καταλάβει κανείς, εκτός και αν είναι γιατρός.

Γιατί τα θυμήθηκα όλα αυτά τώρα; Προχτές πήγα και έκανα μαγνητική στο γόνατό μου, το οποίο δέκα μήνες μετά με πονάει ακόμα. Πήγα στο ίδιο εργαστήριο που είχαμε πάει και τον Γιώργο όταν χτύπησε. Και περίμενα για λίγο στο ίδιο ακριβώς κάθισμα που είχα καθίσει τότε, όταν περίμενα να βγει ο Γιώργος από μέσα. Παρότι έχουν περάσει τόσα χρόνια, παρότι στην τελική δεν έμεινε τίποτα από το χτύπημα εκείνο, κόντεψαν να με πιάσουν τα κλάματα όταν καθόμουν εκεί και κοίταζα την πόρτα. Με πλυμμήρισαν οι αναμνήσεις και είδα ξανά τον Γιωργάκο στο πάτωμα με το αίμα να τρέχει από το αυτί του, τον είδα κατακίτρινο μέσα στο νοσοκομείο να κάνει εμετό ακόμα και με το νερό, τον είδα να έχει μείνει μισός (λες και είχε κιλά παραπάνω….). Ξαναένιωσα την αγωνία, το άγχος, τη στεναχώρια… Ακόμα και τώρα που τα γράφω έχω ένα πλάκωμα…

Αφού έκανα λοιπόν τη μαγνητική, γύρισα στο σπίτι και συζήτησα με τον Γιώργο. Εγώ ένιωσα πολύ κλειστοφοβικά σε εκείνο το μηχάνημα παρότι δε με έβαλαν και εντελώς μέσα, και ήθελα να δω τι αναμνήσεις είχε ο Γιώργος και αν το είχε φοβηθεί. Και πιάσαμε κουβέντα και για το χτύπημα. Και συνειδητοποίησα πως οι αναμνήσεις που έχω εγώ είναι εντελώς διαφορετικές από αυτές που έχει ο Γιώργος!

Κατ’ αρχάς για τη μαγνητική: το θυμάται με τρομερό ενθουσιασμό! Του είχαν βάλει ένα κράνος, είχαν κλείσει και γυάλινο καπάκι (του κράνους) και τον είχαν βάλει μέσα στο μηχάνημα. Και ήταν ακριβώς σα να ήταν αστροναύτης μέσα στο διαστημόπλοιό του! Άσε που έκανε και θορύβους ακριβώς σα να απογειωνόταν! Αυτό που εγώ άκουγα σαν ενοχλητικό θόρυβο για τον Γιώργο ήταν απλά… εκτόξευση!!! Δηλαδή ήταν μια εντελώς σούυυυυπερ εμπειρία!

Όσον αφορά το χτύπημα, θα το πω με τα λόγια του ίδιου: “μαμά, καμιά φορά σκέφτομαι πως όταν έχει περάσει καιρός από ένα χτύπημα και δεν έχεις τίποτα πια, το θυμάσαι σα να ήταν πολύ σούπερ που χτύπησες! Πρώτον έχεις κάτι να πεις στους φίλους σου. Δεύτερον σου δίνουν ένα σωρό δώρα. Σε προστατεύουν όλοι για κάμποσο καιρό. Και μπαίνεις και σε εξωγήινα μηχανήματα υψηλής τεχνολογίας!!!”

Και δε θυμάται τίποτα άσχημο δηλαδή από το χτύπημα αυτό;;; Πως… θυμάται ένα άσχημο πράγμα: το φιδέ που του έδιναν στο νοσοκομείο!!!

Επίσημα και ανεπίσημα γενέθλια

Τα επίσημα χαρτιά μου λένε πως έχω γενέθλια σήμερα, στις 17 Μαΐου. Εγώ όμως τα γιορτάζω στις 16. Γιατί; Γιατί πολύ απλά, στο νοσοκομείο έκαναν λάθος και με έγραψαν μια μέρα αργότερα. Ή ίσως να βαριόντουσαν Κυριακάτικα να γράφουνε και το έκαναν τη Δευτέρα!!!

Υπάρχει όμως μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία πίσω από το πως το ξέρω αυτό στα σίγουρα. Βεβαίως το θυμούνται οι γονείς μου, αλλά έχουν και την ιστορία να το αποδείξουν!
Τα παλιά εκείνα χρόνια λοιπόν που η μαμά μου ήταν έγκυος, ο μπαμπάς μου υπηρετούσε στο Ναυτικό, στην Πάτρα. Ήρθε το Σάββατο και ο μπαμπάς μου είχε άδεια για το σ/κ, αλλά φυσικά όχι για να πάει στην Αθήνα, απλώς για να τριγυρνάει στην Πάτρα. Σιγά όμως μην άφηνε την έγκυο γυναικούλα του. Τι είναι η Πάτρα; Δυο βήματα. Έτσι, τσουπ, βρέθηκε στην Αθήνα. Έλα όμως που μόλις πήγε, την έπιασαν οι πόνοι! Τι να κάνει λοιπόν, την πήγε στο νοσοκομείο. Όμως αυτό ήταν πρόβλημα. Δεν είχε όπως είπαμε κανονική άδεια να είναι στην Αθήνα. Δεν μπορούσε να πάρει τηλέφωνο το στρατόπεδο να τους πει γεννάει η γυναίκα μου… Έπρεπε να γυρίσει πίσω, να ειδοποιήσει κάποιος το στρατόπεδο, να τον καλέσουν, να του το πουν και να πάρει κανονική άδεια πλέον. Έτσι, με τον μικρό του αδερφό, πήραν το κουπεράκι και γύρισαν στην Πάτρα. Στο μεταξύ είχε πει στον πατέρα του, μετά από κάνα τρίωρο (να προλάβει να φτάσει κιόλας…) να ειδοποιήσει το στρατόπεδο. Λίγη ώρα λοιπόν αφού έφτασε και μπήκε στο στρατόπεδο, τον κάλεσαν για να του ανακοινώσουν το χαρμόσυνο γεγονός: η γυναίκα του ήταν στο νοσοκομείο και γένναγε! Μεγάλη έκπληξη και χαρά! Πήρε λοιπόν την κανονική άδεια και για μια ακόμα φορά πήρε το αυτοκίνητο και πήγε στην Αθήνα.

Η μαμά μου έμεινε μέσα 20 ώρες πριν τελικά με γεννήσει. Άρα είχε φτάσει η Κυριακή, 16 Μαΐου.  Ήταν μεσημεράκι, ο γιατρός είχε πάει να φάει, οπότε η μαμά μου γέννησε άνευ γιατρού. Και μάλλον για τον ίδιο λόγο (μα Κυριακή μεσημέρι ήταν, είχαν καλύτερες δουλειές να κάνουν όλοι), δε με δήλωσαν κιόλας. Εμείς όμως δεν έχουμε αμφιβολίες, χάρη στην κοπάνα του μπαμπά μου από το στρατόπεδο! Έτσι κι εγώ τα γιορτάζω πάντα στις 16, αν και είναι έθιμο να με παίρνουν οι δικοί μου και τις δυο μέρες και να μου λένε χρόνια πολλά! Ανεπισήμως και επισήμως!

Καλό ταξίδι παππού

Σήμερα το πρωί ο παππούς μου έφυγε, μετά από αρκετές μέρες ταλαιπωρίας. Κυριακή του Πάσχα….

Πλήρης ημερών, αφού έφτασε τα 94 χρόνια ζωής, ήταν καλά (όσο γίνεται σε αυτή την ηλικία), μέχρι πριν 10 μέρες, αυτοεξυπηρετούμενος και με τα λογικά του. Σπουδαίο πράγμα αυτό. Έζησε μια καλή ζωή, είδε παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα, έμεινε σε 3 διαφορετικές ηπείρους (αφού πέρασε μέρος της ζωής του στην Ελλάδα, μέρος στην Αμερική και κάτι λίγο στην Ιαπωνία στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο), έκανε δεκάδες διαφορετικές δουλειές, ήταν πολυπράγμων και πολυτεχνίτης. Ήταν ο άνθρωπος με τα πολλά ονόματα, αφού κάθε φορά που μετακόμιζε από Ελλάδα σε Αμερική και πάλι πίσω, του έκαναν αλλαγή στο όνομα. Το Σακελλάρης έγινε Τσάρλι και το Τσάρλι ξαναμεταφράστηκε σε… Κάρολος!!! Και αυτές ήταν οι αλλαγές μόνο στο μικρό του!

Οι πρώτες μου αναμνήσεις από τον παππού είναι από τις καλοκαιρινές διακοπές που περνάγαμε μαζί. Όταν πήγαινα δημοτικό μας κράταγε όλο το καλοκαίρι η γιαγιά και ο παππούς στο εξοχικό. Βέβαια η γιαγιά ήταν αυτή που μας φρόντιζε και ο παππούς ήταν αυτός που φώναζε. Σε μένα κυρίως, γιατί η αδερφή μου ήταν πάντα η πολυαγαπημένη του. Αυτή η διάκριση κράτησε μέχρι το τέλος, αλλά δεν με πείραζε ιδιαίτερα. Όταν ήμουν μικρή απλώς το συζητούσα πως ό,τι και να γίνει φταίω εγώ, όταν μεγάλωσα απλώς ήταν ένα γεγονός που προσπερνούσα.

Θυμάμαι επίσης που πηγαίναμε στην Αμερικανική Βάση για να του κάνουμε επίσκεψη που δούλευε μαζί με τη γιαγιά. Ήταν μεγάλη η χαρά μας να πηγαίνουμε εκεί γιατί βρίσκαμε και ένα σωρό πράγματα που δεν κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα (πχ Μπάρμπι ενώ εδώ είχε ακόμα μόνο τις ΜπιΜπιΜπο… τι θυμάται κανείς!!! )

Το μεγαλύτερο όμως μέρος της ζωής μου τον θυμάμαι να είναι στη σύνταξη. Θυμάμαι τον μπαμπά μου να αναρωτιέται πως θα ζήσει αυτός ο άνθρωπος που είναι τόσο δραστήριος τώρα που βγήκε στη σύνταξη και δε θα δουλεύει. Μια χαρά, είναι η απάντηση! Η γιαγιά τον φρόντιζε σαν τα μάτια της και καλύτερα και δε του έλειψε ποτέ τίποτα. Απλώς όσο μεγάλωνε και δεν είχε αντοχές, περιοριζότανε η απόσταση που έκανε στις βόλτες του και φυσικά η συχνότητά τους.  Τα τελευταία χρόνια η διασκέδασή του ήταν η τηλεόραση και οι τσακωμοί με τη γιαγιά! Κάπως έπρεπε να περάσει η ώρα…

Δεν ήταν ο άνθρωπος που ασχολήθηκε ποτέ ιδιαίτερα μαζί μας, αλλά ήταν ο παππούς μου. Και θα θυμάμαι πως φώναζε την Ιωάννα “κοκορίκο” και γελάγαμε επειδή ήθελε τη μπανάνα και το ακτινίδιό του κομένα με συγκεκριμένο τρόπο.

Ελπίζω η γιαγιά να καταφέρει να ξεπεράσει την έλειψη του παππού…

Καλό ταξίδι…