Στο άπειρο και ακόμα παραπέρα

γιαγιοπαπούδες

Γιαγιά Στέλλα

Όταν γεννήθηκαν τα παιδιά, ζούσαν και οι 4 προγιαγάδες τους και 2 από τους προπαππούδες. Σιγά σιγά τους αποχαιρετήσαμε όλους. Πρώτα τον παππού Βάγια, μετά τη γιαγιά Ολυμπία, τη γιαγιά Βάσω τόσο ξαφνικά, την γιαγιά Ευθυμία, τον παππού Τσάρλι… Τώρα ήρθε η ώρα να αποχαιρετήσουμε τη γιαγια Στέλλα.

Για να πω την αλήθεια είναι το πιο δύσκολο ποστ απ’ όλα όσα έχω γράψει μέχρι τώρα αυτό. Ξέρω πως η γιαγιά έφυγε πλήρης, στα 91 της, έχοντας δει και μεγάλα δισέγγονα. Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου πως η λύπη πρέπει υπάρχει μεν, αλλά όλα πήραν το δρόμο τους ομαλά, έκλεισε ολοκληρωμένα και φυσιολογικά ο κύκλος της ζωής και η λύπη πρέπει να φύγει γρήγορα και να μείνουν στη θέση της οι όμορφες (και οι άσχημες – μέσα στη ζωή είναι κι αυτές…) αναμνήσεις.

Η γιαγιά η Στέλλα λοιπόν ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος. Πεισματάρα, ανεξάρτητη και εγωίστρια ίσως. Όμως για εμένα ήταν η γιαγιά μου, η γυναίκα που μας φρόντιζε και μας τάιζε κάθε μεσημέρι γιατί η μαμά μου δούλευε, η γυναίκα με την οποία περνάγαμε κάθε καλοκαίρι 2 ολόκληρους μήνες μαζί της διακοπές στο εξοχικό της. Ήταν αυστηρή, είχε πολλούς κανόνες και πολλές φορές τσαντιζόμουν με τους κανόνες αυτούς και τους θεωρούσα άδικους, ειδικά ως έφηβη στις διακοπές μας, όταν για παράδειγμα ήθελε να γυρνάμε πίσω στις 10 το βράδυ πάντα, ενώ η υπόλοιπη παρέα έμενε πολύ πιο αργά, γιατί αλλιώς μας κλείδωνε την πόρτα (δεν ήθελε να χάσει τον ύπνο της). Το ότι είχε κανόνες βέβαια, πολύ μετά, ως μικρομαμά πλέον, το εκτίμησα ιδιαίτερα. Ήξερα πως όταν κράταγε αυτή τα παιδιά δεν υπήρχε περίπτωση να φάνε γλυκό πριν το φαγητό τους ας πούμε, ούτε θα τους έκανε κάθε χαζό χατήρι. Την εμπιστευόμουν ότι θα έκανε ό,τι θα είχα κάνει κι εγώ μαζί τους.

Και οι δύο μου γιαγιάδες ήταν διαφορετικές από αυτό που έχει κανείς στο μυαλό του ως ελληνίδα γιαγιά, αλλά και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Η γιαγιά Στέλλα φόραγε παντελόνια και αθλητικά παπούτσια, κάπνιζε μανιωδώς μέχρι τέλους, δε τα είχε καθόλου καλά με τους παπάδες και δε φόρεσε ποτέ μαύρα. Δεν ήταν κοκέτα σα τη γιαγιά Ολυμπία, αλλά προτιμούσε πάντα την άνεσή της.

Ήταν η πρώτη κόρη μιας πολυμελούς οικογένειας. Γεννήθηκε στον Κοσμά. Οι γονείς της έκαναν 16 παιδιά, από τα οποία όμως κάμποσα πέθαναν μικρά και κάποια άλλα λίγο μεγαλύτερα, σε πολέμους κλπ. Τέλειωσε μόνο το δημοτικό και μετά, στα 12, πήγε στην Αθήνα για να φροντίζει τον αδερφό της. Εκεί γνώρισε τον παππού, πήγαν στην Αμερική, έκαναν 2 παιδιά και έμειναν εκεί μέχρι λίγο μετά που παντρεύτηκε (στην Ελλάδα) η μαμά μου. Ήταν από αυτούς τους ελληνοαμερικάνους που χρησιμοποιούν λέξεις όπως “φένι” (για τον ανεμιστήρα), “τσίπης”, “τεληόραση” κλπ και τη μαμά μου τη φώναζε Τζοένι (όπως άλλωστε είχε μάθει και την έλεγε όλη η οικογένεια). Από τότε που γυρίσανε τη θυμάμαι να κρατάει εμάς τα παιδιά όσο δούλευαν οι δικοί μου, με πήγαινε στο νηπιαγωγείο, με έπαιρνε από τη στάση όταν γύριζα από το Δημοτικό, μας είχε πάντα φαγητό το μεσημέρι. Τα καλοκαίρια πηγαίναμε ένα μήνα διακοπές με τους γονείς μας, στην άδειά τους δηλαδή, και το υπόλοιπο καλοκαίρι ήμασταν με τη γιαγιά. Μετά, όταν γεννήθηκε ο Γιώργος, τον κράταγε πολλές φορές, του έφτιαχνε φαγητό, τον αγαπούσε πολύ. Η Ιωάννα δε, δεν κοιμόταν με τίποτα, αλλά μόλις την έπαιρνε η γιαγιά αγκαλιά, είχε κοιμηθεί στο δευτερόλεπτο. Πολλές φορές όταν δε μπορούσα να την κοιμήσω την πήγαινα απλώς εκεί για λίγο (έμενε στην διπλανή πόρτα) και την έπαιρνα ξανά κοιμησμένη πλέον. Δυστυχώς όταν ο Γιώργος ήταν περίπου 3 χρονών η γιαγιά έπεσε στην κουζίνα και έσπασε το πόδι της. Πέρασε δύσκολα μετά γιατί χρειάστηκε επεμβάσεις, λάμες κλπ και από τότε ποτέ δεν ήταν ξανά τόσο καλά. Τη δυσκόλευε το πόδι και την έριξε πολύ αυτό.

Όταν φύγαμε για Καλαμάτα στεναχωρήθηκε μεν, αλλά πάντα έλεγε πως κάναμε το καλύτερο για μας και τα παιδιά μας. Έλεγε πάντα ιστορίες για τον Κοσμά και από όταν ήταν μικρή, μερικές φορές νομίζω μπερδεύοντας τι είχε ζήσει αυτή και τι είχε ακούσει από τα αδέρφια της. Προς το τέλος μπέρδευε γενικά όσα θυμόταν με την πραγματικότητα, τις ειδήσεις γύρω της και το τι έγινε στους υπόλοιπους, πράγμα που μας έκανε να γελάμε συχνά.

Πιο νέα μαγείρευε πολύ (είπαμε έτρωγα εκεί κάθε μεσημέρι) και από αυτήν έμαθα τις φακές με χυλοπίτες (για μένα αυτές ήταν οι κανονικές κλασικές φακές πάντα), τα γιουβαρλάκια και τα κουλουράκια της που έφτιαχνε κάθε Πάσχα. Μάλιστα όταν ήταν μικρός ο Γιώργος είχαμε φτιάξει οι 3 μας ένα παραμύθι με τη γιαγιά και τα γιουβαρλάκια, που ήταν το αγαπημένο φαγητό του Γιώργου. Το παραμύθι λέγεται “Ο Λάτας Πινέλαβας” και νομίζω θα το σκανάρω και θα το ανεβάσω εδώ.

Δεν είχα φανταστεί πως η έλλειψή της θα μου έφερνε τέτοια στεναχώρια. Η λογική λέει μακάρι κι εμείς να φτάσουμε τα χρόνια της. Επίσης το τελευταίο διάστημα δεν πηγαίναμε και πολύ στην Αθήνα και όταν πηγαίναμε καθόμασταν λίγο στη γιαγιά γιατί δεν άντεχα τον καπνό και την κλεισούρα. Όμως η θλίψη είναι εδώ παρά τη λογική. Στην κηδεία της ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα έτσι. Με πήραν τα ζουμιά και δεν μπορούσα με τίποτα να πάω κοντά στο φέρετρο να τη δω. Αδυνατούσα. Ίσως γιατί δεν ήθελα να το αποδεχτώ. Όταν εντέλει με έπεισα να πάω, την είδα και χαμογέλασα. Δεν ήταν η γιαγιά μου εκεί μέσα.

Θα τη θυμάμαι πάντα με αγάπη και χαίρομαι πολύ που τα παιδιά μου θα έχουν επίσης αναμνήσεις από τη γιαγιά καθώς την έζησαν πολύ. Και σίγουρα θα τη θυμόμαστε κάθε φορά που τρώμε γιουβαρλάκια, φακές και κουλουράκια!

Καλό ταξίδι παππού

Σήμερα το πρωί ο παππούς μου έφυγε, μετά από αρκετές μέρες ταλαιπωρίας. Κυριακή του Πάσχα….

Πλήρης ημερών, αφού έφτασε τα 94 χρόνια ζωής, ήταν καλά (όσο γίνεται σε αυτή την ηλικία), μέχρι πριν 10 μέρες, αυτοεξυπηρετούμενος και με τα λογικά του. Σπουδαίο πράγμα αυτό. Έζησε μια καλή ζωή, είδε παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα, έμεινε σε 3 διαφορετικές ηπείρους (αφού πέρασε μέρος της ζωής του στην Ελλάδα, μέρος στην Αμερική και κάτι λίγο στην Ιαπωνία στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο), έκανε δεκάδες διαφορετικές δουλειές, ήταν πολυπράγμων και πολυτεχνίτης. Ήταν ο άνθρωπος με τα πολλά ονόματα, αφού κάθε φορά που μετακόμιζε από Ελλάδα σε Αμερική και πάλι πίσω, του έκαναν αλλαγή στο όνομα. Το Σακελλάρης έγινε Τσάρλι και το Τσάρλι ξαναμεταφράστηκε σε… Κάρολος!!! Και αυτές ήταν οι αλλαγές μόνο στο μικρό του!

Οι πρώτες μου αναμνήσεις από τον παππού είναι από τις καλοκαιρινές διακοπές που περνάγαμε μαζί. Όταν πήγαινα δημοτικό μας κράταγε όλο το καλοκαίρι η γιαγιά και ο παππούς στο εξοχικό. Βέβαια η γιαγιά ήταν αυτή που μας φρόντιζε και ο παππούς ήταν αυτός που φώναζε. Σε μένα κυρίως, γιατί η αδερφή μου ήταν πάντα η πολυαγαπημένη του. Αυτή η διάκριση κράτησε μέχρι το τέλος, αλλά δεν με πείραζε ιδιαίτερα. Όταν ήμουν μικρή απλώς το συζητούσα πως ό,τι και να γίνει φταίω εγώ, όταν μεγάλωσα απλώς ήταν ένα γεγονός που προσπερνούσα.

Θυμάμαι επίσης που πηγαίναμε στην Αμερικανική Βάση για να του κάνουμε επίσκεψη που δούλευε μαζί με τη γιαγιά. Ήταν μεγάλη η χαρά μας να πηγαίνουμε εκεί γιατί βρίσκαμε και ένα σωρό πράγματα που δεν κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα (πχ Μπάρμπι ενώ εδώ είχε ακόμα μόνο τις ΜπιΜπιΜπο… τι θυμάται κανείς!!! )

Το μεγαλύτερο όμως μέρος της ζωής μου τον θυμάμαι να είναι στη σύνταξη. Θυμάμαι τον μπαμπά μου να αναρωτιέται πως θα ζήσει αυτός ο άνθρωπος που είναι τόσο δραστήριος τώρα που βγήκε στη σύνταξη και δε θα δουλεύει. Μια χαρά, είναι η απάντηση! Η γιαγιά τον φρόντιζε σαν τα μάτια της και καλύτερα και δε του έλειψε ποτέ τίποτα. Απλώς όσο μεγάλωνε και δεν είχε αντοχές, περιοριζότανε η απόσταση που έκανε στις βόλτες του και φυσικά η συχνότητά τους.  Τα τελευταία χρόνια η διασκέδασή του ήταν η τηλεόραση και οι τσακωμοί με τη γιαγιά! Κάπως έπρεπε να περάσει η ώρα…

Δεν ήταν ο άνθρωπος που ασχολήθηκε ποτέ ιδιαίτερα μαζί μας, αλλά ήταν ο παππούς μου. Και θα θυμάμαι πως φώναζε την Ιωάννα “κοκορίκο” και γελάγαμε επειδή ήθελε τη μπανάνα και το ακτινίδιό του κομένα με συγκεκριμένο τρόπο.

Ελπίζω η γιαγιά να καταφέρει να ξεπεράσει την έλειψη του παππού…

Καλό ταξίδι…

Η γιαγιά μου η Ευθυμία. (1914? – 2009)

Γιαγιά Ευθυμία

Μητέρα του πατέρα μου.
Έζησε 95 χρόνια, είδε τα παιδιά της (έξι τον αριθμό) να μεγαλώνουν και να γίνονται γονείς και παππούδες και γιαγιάδες και αυτά. Είδε έξι δισέγγονα (παρά λίγες μέρες και θα προλάβαινε και το έβδομο, από εγγόνα με το όνομά της). Μας έφυγε σήμερα το πρωί.

Όταν ημουν πιτσιρίκι πηγαίναμε στο χωριό πάντα τετάρτη απόγευμα και Κυριακή μεσημέρι. Τρώγαμε μαζί και βλέπαμε ελληνική ταινία την Κυριακή το μεσημέρι. Κάποιες περιόδους (ένα τετράμηνο που η μητέρα μου ήταν Αθήνα σε γιατρούς όταν πήγαινα δευτέρα δημοτικού και έναν ολόκληρο χρόνο μετά τους σεισμούς του 86, όταν το σπίτι μας ήταν ακατοίκητο) μείναμε μαζί με την γιαγιά στο χωριό.
Την πρώτη φορά, η γιαγιά μέσα σε 4 μήνες με έκανε μικρό τόφαλο. Θυμάμαι να μου κόβει μία φέτα με ψωμί, να ρίχνει επάνω λάδι, από πάνω ζάχαρη και από πάνω νερό για να κολήσει η ζάχαρη. Ή να μου φτιάχνει τοματοσαλάτα να κολυμπάει στο λάδι, και να ρίχνει και νερό για να κάνω περισσότερες βούτες.

Την θυμάμαι στην γαϊδούρα με δύο καλάθια, ένα από κάθε πλευρά να γυρίζει από το χτήμα.
Την θυμάμαι να μαλώνει τα παιδιά της, εξηντάρηδες και εβδομηντάρηδες, και να τους λέει “φάε ψωμί” (= σταμάτα να μιλάς). Και αυτοί να σταματάνε να μιλάνε.

Πρίν από δύο χρόνια, (στα 93 της), για κάποιο λόγο θα πήγαινα στο χωριό καθημερινή. Την πήρε η μητέρα μου τηλέφωνο να της πει να ξεκλειδώσει την πόρτα γιατί θα πήγαινα. Μόλις έφτασα βρήκα την πόρτα ξεκλείδωτη και την γιαγιά να λείπει. Φώναξα λίγο και την άκουσα να μου απαντάει από τον κήπο. Κατέβηκα και την βρήκα να έχει σκαρφαλώσει πάνω στην πορτοκαλιά για να μου κόψει πορτοκάλια να πάρω μαζί μου.

Πριν από κανά δεκάρι χρόνια, έτυχε και ήμουν μαζί της στο νοσοκομείο κάποιο πρωινό για να κάνει κάποιες εξετάσεις. Μόλις τελείωσε, βγήκαμε έξω, και έγινε αυτή η συζήτηση:
-Έλα γιαγιά να σε βάλω σε ένα ταξί να πας σπίτι, και έρχομαι και ‘γω
-Γιατί, εσύ πως θα έρθεις?
-Με το μηχανάκι
-Και εγώ γιατί να μην έρθω με το μηχανάκι?
-Βρε γιαγιά, θα ανέβεις στο μηχανάκι?
-Τι λες βρε? Εγώ ανέβαινα στο μηχανάκι του πατέρα σου και κράταγα και δύο κόφες με πράματα για το παζάρι. Νύχτα πηγαίναμε.

Τι να της απαντήσω? Γιατί δεν έχεις κράνος? Γιατί είσαι μεγάλη (μόλις 85)? Γιατί ανέβαινες πριν από 40 χρόνια? Κάθισε στο μηχανάκι γυναικεία (στο πλάϊ) και την πήγα σπίτι. Ο πατέρας μου γέλαγε όταν του το είπα.

Έχω μαζέψει διάφορες από τις ιστορίες που μου είχε πει κατά καιρούς. Δυστυχώς δεν είναι όσες θα ήθελα.

Ακολουθεί σεντόνι.

##############################################
Η γιαγιά μου η Ευθυμία.

Η γιαγιά η Ευθυμία γεννήθηκε το 1914-15. Το ξέρουμε γιατί παντρέυτηκε το 1939, και λέει ότι ήταν 24-25 χρονών κοπέλα. Επίσης, θυμάται ότι τον μεγάλο της αδελφό δεν τον είχε γνωρίσει γιατί ήταν «στους πολέμους» και γύρισε μετά την μικρασιατική καταστροφή. «Γυρνάγανε ουου σωρός άντρες πάνω στο τρένο, κρέμονταν απέξω από το τρένο, και είχαμε χάσει τον πόλεμο, αλλά εμείς δεν το ξέραμε, εμείς ξέραμε ότι μπορεί να ‘ρχόταν πίσω ο αδελφός μου. Και είμασταν στα ρίζια και μάζευα ρίζι, και κάποιος ήρθε και μας είπε ότι έρχονται οι στρατιώτες με το τρένο και σηκώθηκα και κοίταζα. Και τότε είδα πρώτη φορά τον αδερφό μου». Η μικρασιατική καταστροφή έγινε το 1922 και ο αδελφός της έλειπε στην αρχή για την θητεία του, και μετά στους πολέμους συνολικά 6 χρόνια (από το 1916).

Η παντρειά
Όταν μου είπε ότι παντρεύτηκε το 1939 και ήταν 24-25 την ρώτησα πως και τόσο μεγάλη.
-Τι λες?, μου λέει.
-Δεν ήσουν μεγάλη κοπέλα 24-25 για γάμο τότε? Δεν παντρεύονταν πιο μικρές οι γυναίκες?
– Τι λές? Και πιο μεγάλες παντρέυονταν. Και 25 και 30. Τι να κάνουν να παντρευτούν πιο μικρές. Άμα παντρευόσουν έκανες παιδιά. Οι γυναίκες δούλευαν στα χτήματα τότε, τι να κάνεις να παντρευτείς και να κάνεις παιδιά.
– Και δηλαδή τί? Σας κρατάγανε οι πατεράδες σας για να δουλεύετε στα χτήματα?
– Όχι, απλά δεν τύχαινε. Άμα τύχαινε παντρευόσουνα.
– Και εσύ γιατί παντρεύτηκες τότε?
– Γιατί έστειλε ο παππούς σου να με ζητήσουνε. Και με έδωσε ο πατέρας μου. Δεν έπρεπε να με δώσει, μπορεί να ερχόταν τίποτα καλύτερο. Γιατί στο σπίτι που με έδωσαν ήταν ο παππούς σου, και ήταν και ο πατέρας του, και ο αδερφός του, και δεν είχαν μάνα στο σπίτι, και πήγα εγώ να μαγειρεύω για τρείς άντρες. Τι ήθελαν και με έδωσαν να μαγειρεύω για τρείς άντρες? Έπρεπε να με κρατήσει κι άλλο. Αλλά η μάνα μου δεν ήθελε να μας παντρέψει με κανέναν στην Θουρία (*διπλανό χωριό) γιατί εκεί τις βάζαν τις γυναίκες να φτιάχνουν ψάθες. Και τι πείραζε δηλαδή να φτιάχνουμε ψάθες? Και την μία μέρα έστειλε να με ζητήσουν, στις πέντε μέρες αρραβωνιάσαμε και στις 8 με πάντρεψαν. Του αγίου Νικολάου (*6 Δεκεμβρίου). Δεν έφερα και εγώ αντίρρηση και με πάντρεψαν.

Ο πόλεμος

Δεκέμβρη παντρεύτηκα, και πριν κλείσει χρόνος κάλεσαν την κλάση του παππού σου στον πόλεμο. Και έφυγε, και με άφησε γκαστρωμένη να μείνω με τον πατέρα του. Και όταν μπήκαν οι γερμανοί στον πόλεμο, τον Απρίλη, εγώ γέννησα σε μία σπηλιά. (*να ρωτήσω γιατί ήταν σε σπηλιά) αλλά μου πέθανε εκείνο το παιδί.
Και μετά ο παππούς σου δεν ερχόταν. Είχαν τελειώσει οι μάχες, και ήταν στην Θεσσαλονίκη, αλλά δεν μπορούσαν να περάσουν να έρθουν. Και εμείς εδώ δεν ξέραμε, ζούσε, πέθανε? Κάθε μέρα ερχόντουσαν άντρες, αλλά εμείς δεν ξέραμε. Και ήρθε κάποια μέρα. Περπάταγε 18 μέρες από την Θεσσαλονίκη με τα πόδια για να έρθει. Εκείνες τις μέρες ερχόταν κόσμος πολύς. Είχαν έρθει εδώ οι Ιταλοί, και γινόταν η μάχη στην Κρήτη (*20 Μαΐου) και είχαν έρθει εδώ πολλοί κρητικοί που ήταν στον πόλεμο αλλά δεν τους άφηναν οι Ιταλοί να φύγουν για την Κρήτη όσο γινόταν η μάχη εκεί για να μην πάνε να πολεμήσουν ξανά, και μέναν εδώ. Και ήρθε ο παππούς σου και φόραγε ένα κασκέτο, και όταν άφησαν οι Ιταλοί τους Κρητικούς να φύγουν, ένας που έμενε εδώ είπε «Αυτό το κασκέτο που φόραγε ο Ντίνος (*ο παππούς μου) και βρήκε το σπίτι του, αυτό θα φορέσω και εγώ για να βρώ και γω το σπίτι μου, να το πάρω κυρά Ντίναινα?» και το πήρε, και εγώ του είπα «να μας γράψεις γράμμα ότι έφτασες Μιχάλη» αλλά δεν μας έγραψε ποτέ, έφτασε, πέθανε δεν ξέρω. Αλλά ο παππούς σου είχε έρθει.

-Τι σου είπε ότι έκανε στον πόλεμο?
-Μόλις πήγε στην Θεσσαλονίκη και περιμένανε να γίνει ο πόλεμος (* η επιστράτευση είχε αρχίσει πριν την 28η Οκτωβρίου) είπανε «όποιος θέλει να γίνει νοσοκόμος να σηκώσει το χέρι του». Τους είπαν να σηκώσουν το χέρι τους, δεν τους είπαν να μιλήσουν, και κάμποσοι πετάχτηκαν και φώναξαν εγώ, αλλά ο παππούς σου μόνο σήκωσε το χέρι του χωρίς να μιλήσει, και τον έβαλαν νοσοκόμο. Και έτσι ήταν νοσοκόμος σε όλο τον πόλεμο.

Η ιταλική κατοχή. Τα κρατητήρια
– Μου είχες πει ότι κάποια στιγμή σε είχαν βάλει στα κρατητήρια. Τι είχε γίνει?
– Ο θειός σου (*μιλάει για τον αδελφό του παππού μου) είχε ζώα. Οι Ιταλοί είχαν πει όσοι έχουν όπλα να τα παραδώσουν. Ο θειός σου είχε ένα πιστολάκι, να σαν σφυράκι μικρό, και το κράταγε για να μην του κλέψουν τα ζώα, αλλά τον πιάσαν οι χωροφυλάκοι, και τον βάλανε στα κρατητήρια. Αλλά αυτός το έσκασε με κάποιον άλλο από ένα παραθυράκι, και φύγανε σε κάποιο άλλο χωριό. Και οι χωροφυλάκοι είπαν και πιάσαν όλους τους κοντινούς συγγενείς τους. Τον παππού σου και τον πεθερό μου τους βρήκαν στο χτήμα που δούλευαν και τους πιάσαν και τους πήγαν στα κρατητήρια στην Θουρία. Εγώ ήμουν στα ρίζια και ήρθε κάποιος και μου είπε ότι θα με πιάναν, και πήρα μια κοπέλα και φύγαμε και πήγαμε στο σπίτι. Και ήρθαν τότε Ιταλοί με έναν διερμηνέα και μου είπαν να πάω μαζί τους, και εγώ του είπα δεν πάω πουθενά, και αυτός μου είπε «πήγαινε γιατί θα σε σκοτώσουν εδώ στην αυλή». Και μου είπε και η κοπέλα να πάω και πήγα μαζί τους, και αυτοί με δώσαν στους χωροφυλάκους στην Θουρία. Και πιάσαν και άλλους, ως και τον άντρα της Σταθούς πιάσαν (*πιο μακρυνός συγγενής) και τον κρατήσαν μία νύχτα, αλλά τους είπε κάποιος ότι αυτός δεν ξέρει τίποτα και τον άφησαν να φύγει. Και εμένα με βάλαν σε ένα κελί, και όλη την νύχτα έκλαιγα. Και την άλλη μέρα μας πήραν και μας πήγαν στα κρατητήρια στην Καλαμάτα. Όχι στην φυλακή της Καλαμάτας, στα κρατητήρια. Στην αρχή με βάλαν για πέντε λεπτά με άλλες γυναίκες, αλλά μετά με πήραν και με πήγαν σε ένα υπόγειο με τον παππού σου και τον πεθερό μου. Οι τρείς μας. Οχτώ μέρες μείναμε εκεί. Και δεν άφηναν κανέναν να μας δεί. Μας έφερε μια γυναίκα φαγητό και δεν την άφησαν να μας το φέρει. Μας τό φερε ένας χωροφύλακας. Τον χωροφύλακα αυτό τον είδα κρεμασμένο στην Καλαμάτα μετά τη μάχη στην πηγάδα.
– Μείνατε οχτώ μέρες? Πως ήταν εκεί?
– Πως ήτανε? Ένα μέρος ήτανε, με μία πόρτα μόνο. Μία πόρτα.
– Και άμα θέλατε να κάνετε την ανάγκη σας?
– Εεε, πήγαινες στην γωνία και την έκανες.
– Και γιατί σας κρατάγαν εσάς?
– Για να ‘ρθει ο θειός σου. Εγώ ήξερα που είχε πάει, αλλά δεν το έλεγα. Άν το έλεγα θα τον πιάνανε και άμα τον σκωτόνανε θα τον είχα εγώ κρίμα στον λαιμό μου. Γιατί κάθε μέρα παίρνανε επάνω τον παππού σου και τον πεθερό μου και τους ρώταγε ο δικητής να του πούνε που είναι, αλλά δεν λέγανε.
– Εσένα δεν σε ρώταγαν κάθε μέρα?
– Με ρώτησαν την πρώτη μέρα, αλλά είπα ότι αυτός είναι πιο μεγάλος και δεν λέει σε εμάς τις δουλειές του. Και με ρώτησε ο δικητής αν είμαι έγγυος, και του είπα ότι ήμουν και δεν με πείραξε, αλλά δεν ήμουν όμως, έτσι τό ‘πα.
– Και τελικά τι έγινε?
– Πήγε ο …………. και βρήκε τον θειό σου στο χωριό που ήταν και του είπε ότι δεν χρωστάμε τίποτα εμείς να είμαστε μέσα, και να έρθει και ότι είναι να του κάνουν θα του το κάνουν, δεν θα τον σκοτώσουν για ένα πιστολάκι και θα ερχόταν και αυτός μαζί να μιλήσει στους χωροφυλάκους. Και ήρθε αυτός απ’ έξω και τον πιάσανε.
-Και σας άφησαν?
– Όχι αμέσως. Τον πιάσαν και τον πήραν να τον πάνε στις φυλακές. Τις πρόλαβες τις φυλακές στην Καλαμάτα?
– Όχι γιαγιά, κλείσαν το 68, δεν είχα γεννηθεί ακόμα.
– Έ, ήταν εκεί που μένει ο θείος σου ο Νίκος, πάνω από τις καλόγριες, μισές από δώ, μισές από κει.
– Και τί έγινε, πότε σας αφήσαν?
– Πήραν τον θειό σου και τον πήγαν στις φυλακές, και μόλις τον βάλαν και μόλις τον κλειδώσαν πήραν τηλέφωνο στα κρατητήρια και τότε μας αφήσαν εμάς να φύγουμε.

12 τόνοι ρίζι
Συνεχίζει η γιαγιά:
– Όταν μας πιάσαν, είχε βάλει ο πεθερός μου ρίζια και σε αυτά δούλευα εγώ και είχε έναν συγγενή του για επιστάτη, και όταν μας είπαν ότι με ψάχνουν μου είπε αυτός να φύγω εγώ και θα στείλει αυτός τα ρίζια στην αποθήκη αζύγιστα. Αλλά εγώ του είπα να μην τα στείλει αζύγιστα, αλλά αυτός ήθελε να φάει τα ρίζια. Και μου είπε ότι θα τα ζύγιζαν πριν τα στείλουν στην αποθήκη, και είπα σε μία γυναίκα που την εμπιστευόμουν να κάτσει εκεί να δει το ζύγι, αλλά αυτός μετά την κυνήγησε και τα έστειλε στην αποθήκη χωρίς να τα ζυγίσει. Και μόλις βγήκαμε από την φυλακή τα ρίζια τα είχαν πάρει από την αποθήκη. Δώδεκα χιλιάδες κιλά ρίζι πρέπει να ήταν. Έφαγε αυτός, και τα άλλα τα κλέψαν από την αποθήκη τόσες μέρες. Ξέραν ότι μας είχαν όλους και πήγαν και τα πήραν.

Οι Ιταλοί
– Γιαγιά, πεινάσατε εσείς όταν ήταν οι Ιταλοί και οι Γερμανοί?
– Εμείς δεν πεινάσαμε. Είχαμε τον κήπο και κότες. Έπαιρνα λίγες τοματούλες και τις πήγαινα στην Καλαμάτα και τις άλλαζα με στάρι, και ζήμωνα και είχαμε ψωμί. Και τρώγαν τα παιδιά αυγά από τις κότες.
– Δεν σας τις έπαιρναν τις κότες οι Ιταλοί?
– Μία φορά πήραν, αλλά δεν τις πήραν όλες και τις ξανάφτιαξα. Ήρθαν να τις πάρουν ξανά, αλλά έβαλα τις φωνές, και φώναζα «έχω πίκουλα, έχω πίκουλα, θα πάω στον κομμαντάτε σου», και του έδειχνα τα παιδιά και ούρλιαζα ότι θα πάω στον δικητή του και αυτός έφυγε, γιατί και αυτοί φοβόντουσαν τους δικητές τους. Δεν μπορούσα να τους αφήσω να πάρουν άλλες κότες, δεν θα μπορούσα να τις ξαναφτιάξω και τότε τι θα τρώγαμε.
– Στα χτήματα που δουλεύατε? Τα ρίζια?
– Ότι έφτιαχνες δεν ήξερες αν θα στο πάρουν ή όχι. Όλοι παίρναν ότι μπορούσαν. Του παππού σου του έκλεβαν συνέχεια. Και από τον κήπο κλέβαν.

Η μάχη της Πηγάδας και οι κρεμασμένοι της Καλαμάτας
– Μια φορά, όταν είχαν φύγει οι γερμανοί, και είχε γίνει και η πηγάδα εγώ είχα κάτι λιγούλες τοματούλες, και η αδερφή μου είχε κάτι συκάκια, και ανεβήκαμε στις γαϊδούρες να πάμε στην Καλαμάτα να τις αλλάξουμε (*να τα δώσουν σε κανέναν μανάβη να τους δώσει άλλα ζαρζαβατικά). Πριν την Καλαμάτα κάποιος μας είδε και μας φώναξε να μην πάμε στην Καλαμάτα γιατί σκοτώνανε λέει. Και εμείς γυρίσαμε πίσω. Την άλλη μέρα κινήσαμε ξανά και πήγαμε.
– Και τι έγινε
– Μόλις έμπαινες στην Καλαμάτα, μετά από κει που κάναν το νοσοκομείο (*μιλάει για το παλιό νοσοκομείο της Καλαμάτας, όχι το τωρινο) ήταν κάτω πεθαμένοι, και πιο πέρα ήταν και άλλοι κρεμασμένοι. Πολλοί. Και είχαν αφήσει κάπου εκεί έναν αντάρτη να φιλάει κάτι αιχμαλώτους σε μία συκιά από κάτω. Εγώ δεν είχα δει τους κρεμασμένους, και τους είδα όταν φτάσαμε κοντά στα δέντρα. Και μόλις τους είδα είπα «ιι» και γύρισε ο αντάρτης και μου λέει «τι θες μωρή, τους λυπάσαι κιόλας?». Τι να πω εγώ, όλοι σκοτώνανε με το παραμικρό τότε. Δεν είπα τίποτα και συνεχίσαμε. Πήγαμε αλλάξαμε τις ντομάτες και τα συκαλάκια και γυρίσαμε στο χωριό χωρίς να πούμε κουβέντα.
– Η «πηγάδα» τι ήταν?
– Μα δεν ξέρεις? Μάχη ήταν, οι κουμουνιστές με τους χίτες. Μόλις φύγαν οι γερμανοί, όλοι οι χίτες…
– Ποιοί ήταν οι χίτες?
– Αυτοί που βοηθάγαν τους γερμανούς μαθές. Αυτοί που τρώγαν τα κατσίκια…. οι χίτες είχαν κλειστεί στον Μελιγαλά και οι αντάρτες τους πολεμάγανε απ’ έξω. Μέρες πολλές. Και κάποιους τους πιάσανε και τους φέρανε στην Καλαμάτα και τους σκοτώσανε εδώ…

Η δουλειά σαν μάνα
– Βρε γιαγιά, μου είπες ότι οι γυναίκες δεν παντρεύονταν μικρές γιατί δούλευαν στα χτήματα. Γιατί, άμα κάνανε παιδιά δεν δουλεύανε στα χτήματα?
– Τι λές? Και βέβαια δουλεύανε. Εγώ την Άννα και την Ελένη και τις δύο στο χτήμα τις γέννησα. Δούλευα, και ήρθε ο πόνος, και πήγα κάτω από την συκιά, και γέννησα. – Και μετά?
– Εε, μετά, είχαμε ακόμα δουλειά. Γυρίσαμε το σαμάρι ανάποδα, και το κάναμε μπεζίκι (*κούνια μωρού) και έβαλα μέσα το μωρό και πήγα να συνεχίσω την δουλειά. Έτσι κάναμε όταν είχε δουλειά. Φασκιώναμε το παιδί, το βάζαμε σε μία κουβέρτα, το παίρναμε μαζί και το βάζαμε ανάποδα στο σαμάρι που ήταν έτσι, έτσι (*κάνει με τα χέρια της μια φωλίτσα).

Ιατρική παρακολούθηση κατά την εγκυμοσύνη
Ένα καλοκαίρι που η γυναίκα μου ήταν έγγυος στον πέμπτο-έκτο μήνα η γιαγιά μας άκουσε να λέμε ότι πάμε στην παραλία για μπάνιο.
– Να μην μπαίνεις στην Θάλασσα με το παιδί στην κοιλιά, δεν κάνει, λέει στην Στέλλα η γιαγιά.
– Μα γιαγιά, ο γιατρός μου μου είπε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα
– Εμένα ο γιατρός μας είχε πει να μην κάνουμε μπάνιο
– Γιαγιά, σε παρακολουθούσε γιατρός όταν ήσουν έγγυος?
– Έε, τι λές. Που να βρεθεί γιατρός τότε?
– Γιαγιά, ακόμα και όταν δεν ήσουν έγγυος, πηγαίνατε στην παραλία για μπάνιο?
– Έεε, τι λές. Ποτέ δεν είχα πάει εγώ στην παραλία, εμείς είχαμε δουλειές, η παραλία ήταν μακρυά.

##############################################

Η γιαγιά η Βάσω

Ήρεμη, σιγανή φωνή, λιγομίλητη. Δεν ενοχλούσε ποτέ κανέναν (κάτι που δεν μπορώ να πώ για τις άλλες γιαγιάδες μου οι οποίες είναι φωνακλούδες). Η γιαγιά η Βάσω περνούσε και δεν την καταλάβαινες. Βρίσκαμε απλά ένα κατσαρολάκι φρέσκο κατσικίσιο γάλα πάνω στην μάντρα μας όταν ξυπνούσαμε, ή μία τσαντούλα με μαρούλια ή αυγά κρεμασμένη στα κάγγελα. Όσο ζούσε δεν ενόχλησε κανέναν. Και ο θάνατός της ήταν ίδιος. Τα παιδιά της τώρα λένε ότι αν είχε παραπονεθεί, αν είχε πει ότι πονάει, ότι κάτι δεν πάει καλά, θα είχανε πάει σε γιατρούς νωρίτερα, ίσως κάτι να είχε αλλάξει.
Η γιαγιά ήταν δυνατή. Πολύ πολύ λεπτή, και πάντα στητή σαν κυπαρισσάκι. Κορμοστασιά.
Πριν από λίγο καιρό είχε βρεί μία σκατζοχοιρίτσα με τα μικρά της στον κήπο της. Έβαλε μάνα και μικρά σε ένα κουτάκι και μου τα έφερε να τα πάω στο νηπιαγωγείο να τα δουν τα μικρά “γιατί δεν βλέπουν ζώα ποτέ”.

Η γιαγιά έζησε να δει δισέγγονα (ο Γιώργος την απόκαλούσε “προγιαγιά” και η γιαγιά γέλαγε κάθε φορά). Μεγάλωσε έξι παιδιά και πέθανε πριν τα παιδιά της.

Γιαγιά Βάσω
Αντίο γιαγιά.

Αντίο γιαγιά

Ήταν μια ζωή κοκέτα. Με τις κρέμες της, τα μανικιούρ της, τα πεντικιούρ της, τα μασάζ της, τα κομμωτήριά της. Δεν υπήρχε περίπτωση να πρέπει να πάει στο γιατρό και να μην καλέσει την κομμώτρια να της φτιάξει το μαλλί πρώτα. Οι πρώτες αναμνήσεις που έχω από αυτήν, είναι καλοκαίρια που μας έβαζε να της βάζουμε κρέμες στο πρόσωπο (πάντα με συγκεκριμένη φορά – από τη μύτη προς τα μάγουλα, από το κέντρο του κούτελου προς τις άκρες- και με συγκεκριμένη πίεση). Η γυναίκα που, όντας η μικρότερη της γενιάς της, ήταν γνωστή σε όλους μέχρι τα βαθιά γεράματα ως “μπέμπα”.

Την ιστορία της την έχω γράψει κι εδώ.

Εδώ και λίγους μήνες είχε καταπέσει. Τον τελευταίο καιρό δεν μπορούσε καν να σηκωθεί από το κρεβάτι και πόναγε πολύ. Το τελευταίο δεκαπενθήμερο το πέρασε στο νοσοκομείο και τις τελευταίες μέρες τις πέρασε χωρίς πόνο, στον κόσμο της, παρέα με τον άντρα της (που έχει χάσει εδώ και 30 χρόνια). Δεν ξέρω αν εκεί που πήγε το Σάββατο το βράδυ τον βρήκε, αλλά τον είχε σίγουρα βρει από πριν.

Κληρονομιά μου άφησε τις συνταγές της, τα λουλούδια της και ένα καλό μίξερ. Ακριβώς ό,τι χρειάζομαι και μου αρέσει δηλαδή.

Καλό ταξίδι γιαγιά.

Οι προγιαγιάδες

Η προγιαγιά Ευθυμία είναι 94. Είναι μητέρα του πατέρα μου. Έχει ζήσει όλη της τη ζωή στο χωριό. Αγρότισα και μάνα.

Βάζει ακόμα πατάτα, λαχανικά και έχει κότες, και όποτε ξέρει ότι θα πάω σκαρφαλώνει στην πορτοκαλιά για να μου γεμίσει μία τσάντα με πορτοκάλια. Είναι μικροσκοπική και μικραίνει κάθε χρόνο.

Έχει μισή ντουζίνα παιδιά που όλα μαζί ζυγίζουν ένα τόνο (κάντε την διαίρεση), και έχει πολύ πλάκα να την βλέπεις ανάμεσα τους. Περνάει μεγάλο μέρος της ημέρας της μπροστά στην τηλεόραση γιατί όπως λέει κουράζεται εύκολα πια. Έχει άποψη για τα πάντα, και προχτές με ρώτησε τί είναι το ιντερνετ που ακούει στην τηλεόραση. Κατά την γιαγιά το ίντερνετ είναι κακό, γιατί τόσα κακά γίνονται εκει μέσα.

Δεν καπνίζει, αλλά έχουμε πρόσφατη φωτογραφία της να κρατάει αναμένο πούρο και πρόσφατη φωτογραφία της με τζόκει και γιαλιά ηλίου στην παραλία. Όποτε βρεί κοινό λέει ιστορίες από τα παλιά.

Η προγιαγιά Ολυμπία είναι… νομίζω ότι δεν θα ήθελε να πω την ηλικία της. Είναι μητέρα του πεθερού μου. Τα παιδιά της της μιλάνε ακόμα στον πλυθηντικό. Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη αλλά μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη. Τα φαγητά της είναι πεντανόστιμα αλλά βαριά. Τόσο βαριά που εμείς που τρώμε ελαφριά παθαίνουμε. Τα φαγητά της μου αρέσουν πολύ και το ξέρει. Όποτε ξέρει ότι θα είμαι Αθήνα μου μαγειρεύει. Δεν γνωρίζω να μαγειρεύει για κανέναν άλλο 🙂 . Για τα χριστούγεννα έφτιαξε μία τούρτα με έξτρα σοκολάτα, γιατί ξέρει ότι τρελαίνομαι. Πέρισυ είδε να παίζουν πασιέντζα στον υπολογιστή και ζήτησε από τα παιδιά της να της φέρουν υπολογιστή. Έμαθε να τον ανοίγει και να παίζει πασίεντζες. Θέλει να της νοικιάζουμε από το βιντεοκλάμπ περιπέτειες, αστυνομικά και πολεμικά. Μας είπε βαριέται τα αισθηματικά και τα ρομαντικά και τις κωμωδίες. Είναι κοσμοπολίτησσα και αριστοκράτησα.

Έχει γράψει και η Στέλλα για την γιαγιά

Η προγιαγιά Στέλλα είναι 84. Είναι μητέρα της πεθεράς μου. Έχει γεννηθεί στην πελοπόνησσο αλλά παντρεύτηκε μετανάστη και έφυγε για τις ΗΠΑ κάπου γύρω στο ’45. Έκανε οικογένεια εκεί και ήταν μέρος της ελληνικής διασποράς. Είναι κωτσονάτη, ισχυρογνόμων, και παρότι 84άρων την εμπιστευόμαστε με τα παιδιά περισσότερο από οποιονδήποτε νηπιαγωγό/μπέιμπισίτερ/παιδαγωγό. Όταν τα παιδιά είναι μαζί της τρώνε υγιηνά και κάθονται περισσότερο ήσυχα από οπουδήποτε αλλού. Δεν καταλαβαίνουμε πώς το καταφέρνει. Τα παιδιά την λατρεύουν.

Είναι αφεντικό στο σπίτι της και όπως έλεγα όλο αυτό τον καιρό με το χτίσημο, θα ήθελα να την είχα στην Καλαμάτα να φωνάζει στους μαστόρους.

Το μαγείρεμά της είναι το αντίθετο από της προγιαγιάς Ολυμπίας: υγιηνά ελαφριά και δυστυχώς, άνοστα. Παράδειγμα: πήγε ο άντρας της, ο παππούς ο Τσάρλης στο νοσοκομείο για εξετάσεις. Σε αυτή την ηλικία ο γιατρός πάντα λέει “κόψτε τα βαριά, κόψτε το αλάτι, κόψτε το κόκκινο κρέας”. Αντί για αυτά στον παππού ο γιατρός αγόρασε πατατάκια, για να φάει λίγο αλάτι να του ανέβει η πίεση.

Η προγιαγιά Βάσω είναι 78. Είναι μητέρα της μητέρας μου. Γεννήθηκε σε ένα χωριό του ταυγέτου, αλλά ο άντρας της άνοιξε ταβέρνα στην Καλαμάτα και έτσι ζεί από τα 20 της στην πόλη. Αγρότισα και ταβερνιάρισα.

Έχει κατσίκες, κότες, γαλοπούλες και μαγειρέματα. Τα παιδιά της μου λένε ότι δεν έχει φωνάξει ποτέ. Άμα ήθελε να πεί κάτι το έλεγε με χαμηλή φωνή, με μια ηρεμία που δυστυχώς δεν έχω πάρει εγώ. Έτσι είναι και ήταν όσα από τα αδέλφια της έχω γνωρίσει. Ήρεμοι άνθρωποι. Και πολύ από αυτή την ηρεμία την βλέπεις και στα παιδιά της. Τις πιο πολλές φορές δεν θα μάθεις ότι κάνει κάτι, αλλά θα το δείς έτοιμο.

Είναι ψηλή και αδύνατη και θα την δείς να κάνει δουλειές απο πολύ πρωί. Άν καμιά μέρα λείπει από την ταβέρνα η θεία που μαγειρεύει τότε αναλαμβάνει την κουζίνα μόνη της όλο το βράδυ. Όταν θέλει να φτιάξει κάτι που χρειάζεται μαστόρους δεν πάει σε αφεντικό. Βρίσκει κάποιον υπάλληλο και του λέει να το κάνει τα απογεύματα. Όταν αναρρωτήθηκα για αυτό έμαθα ότι το κάνει για να “έχουν και οι νέοι ευκαιρίες”. Έχει πολύ ανεπτυγμένο το αίσθημα του δίκαιου και της αποτελεσματικότητας.

Έμαθα από μία από τις θείες μου την παρακάτω ιστορία: όταν η θεία μου ήταν έφηβη είχε πάρει μία τσάντα παρδαλή. Της γιαγιάς μου δεν της άρεσε. Δεν είπε τίποτα όμως. Περίμενε μερικές μέρες ώστε η τσάντα να μην είναι πάνω πάνω στα πράγματα της θείας, και μετά η τσάντα εξαφανίστηκε. Η θεία δεν το πήρε χαμπάρι, ή άν το πήρε νόμιζε ότι κάπου την είχε βάλει η ίδια. Η τσάντα βρέθηκε σε ένα πατάρι 20 χρόνια μετά. Η γιαγιά είχε δράσει αθόρυβα, χωρίς τσακωμούς και φασαρίες.

Οι διακοπές της γιαγιάς

Ο γιός έχει επωμιστεί την ευθύνη να πάρει τη μαμά του, το σκύλο της, τη γυναίκα που θα την προσέχει τα σαββατοκύριακα καθώς και όλες τις βαλίτσες κλπ και να τους πάει στο εξοχικό. Κάτι είχε ψυχανεμιστεί πως δεν θα του πήγαινε και πολύ καλά αυτή η μέρα, αλλά προσπαθούσε να αντιμετωπίσει την κατάσταση με ψυχραιμία. Δυστυχώς η καλή μαμά του δεν του άφηνε περιθώρια και για πολύ ψυχραιμία.

Σοκ νο1: ο γιός επιστρέφει από τη δουλειά του, κουρασμένος μεν, αλλά τι να κάνει δε που έπρεπε να γίνει και αυτή η δουλειά. Μόλις μπαίνει στην κεντρική είσοδο του σπιτιού, αντικρύζει τουλάχιστον 10 σακούλες από το σούπερ μάρκετ.
-Μα τι στο καλό (σκέφτεται), μόνη της τις κατέβασε τις σακούλες κάτω; (η μαμά του, ετών 80κάμποσο -να μη λέμε και ακριβώς, δεν κάνει- έχει διάφορα προβλήματα υγείας και ίσα που μπορεί να πάρει τα πόδια της. Όταν ανεβοκατεβαίνει σκάλες, μόνο που δεν πέφτει στα 4 στο τέλος λαχανιάζοντας. Αυτό δεν την πτοεί καθόλου).
Καταλαβαίνει όμως πως δεν έχει κατεβάσει σακούλες, απλώς το πρωί κατέβηκε, πήρε ένα ταξί και πήγε για άλλη μια φορά στο σούπερ μάρκετ, γιατί είχε ξεχάσει χτες να αγοράσει διάφορα πράγματα. Μπορεί όταν πηγαίνει από το ένα δωμάτιο στο άλλο να πηγαίνει σέρνοντας, αλλά τα ψώνια είναι ψώνια. Ο γιός δεν ξέρει τι είναι χειρότερο, αρχίζει και εκνευρίζεται γιατί η μαμά του είναι γυρίστρω και δεν ακούει τη φωνή της λογικής.

Σοκ νο2: ο γιός μπαίνει στο σπίτι της μαμάς του. Όλο το χολ έχει καταληφθεί από σακούλες του σούπερ μάρκετ. Χαρτιά κουζίνας (τουλάχιστον δύο τετράδες), χαρτιά υγείας (ούτε ξέρουμε πόσα πακέτα), απορρυπαντικά, τρόφιμα…
-Τι είναι όλα αυτά βρε μάνα; Που θα τα βάλουμε;
-Αφού τα χρειάζομαι παιδί μου, τι να κάνω;
Ο γιός έχει αρχίσει και φουντώνει πιο πολύ, αλλά κρατάει την ψυχραιμία του.

Σοκ νο3: η μαμά φωνάζει το γιό να πάει μέσα στο δωμάτιό της, να τη βοηθήσει με κάτι μπαταρίες. Πηγαίνοντας, ο γιός βλέπει πως η πόρτα του δωματίου είναι φραγμένη. 3 τεράστιες βαλίτσες κλείνουν το δρόμο. Έχει αρχίσει να κοκκινίζει και να βγάζει ατμούς. Χωρίς να περιμένει καμιά ικανοποιητική απάντηση, ρωτάει:
-Αυτά τι είναι μάνα; Και αυτά για μαζί είναι;
-Ε, ναι παιδί μου. Τα ρούχα μου, τα σεντόνια μου, οι πετσέτες μου. Τι θα κάνω χωρίς αυτά; Γίνεται;

Σοκ νο4: ο γιός έχει αρχίσει και κατεβάζει πράγματα, βρίζοντας από μέσα του, στα πρόθυρα του εγκεφαλικού. Η μαμά του πάει στην κουζίνα και εκεί μπαίνει και η εγγονή. Η εγγονή συνειδητοποιεί πως και η κουζίνα είναι γεμάτη σακούλες από το σούπερ μάρκετ.
-Γιαγιά και αυτά για μαζί είναι;
-Ναι. Τρόφιμα είναι. Τι θα κάνω; Δεν θα τρώω; Σαν τον πατέρα σου που έχει συνέχεια άδειο ψυγείο;
-Ο μπαμπάς τα έχει δει αυτά;
-…. (χαμογελο παιδιού που έχει κάνει ζαβολιά) δεν ξέρω…
-Βρε γιαγιά, μήπως είσαι λίγο υπερβολική; Αφού θα έρχονται από εκεί και ο μπαμπάς και ο θείος και η κοπέλα. Θα τους λες να σου φέρουν ό,τι σου λείπει.
-…Δε θέλω, άσε με.
-Πάντως είναι πολλά
-Ακόμα δεν έχω βγάλει τα τρόφιμα απο το ψυγείο που θα πάρω μαζί
-!!!!

Εκεί μπαίνει ο γιός ο οποίος είναι σε χειρότερη κατάσταση αφού έχει ήδη προσπαθήσει να στριμώξει μέσα στο αυτοκίνητο τόσα πράγματα.
-Μάνα, τι νομίζεις πως έχω, κανένα φορτηγάκι; Αυτοκίνητο έχω. Δεν υπάρχει περίπτωση να χωρέσουν.
-Μπαμπά, μην εξάπτεσαι, πάρτο με χαμόγελο. Ξέρεις, έχει κι άλλες σακούλες στην κουζίνα.
Ο γιός ρίχνει μια ματιά στην κουζίνα και κοντεύει να μείνει στον τόπο. Δεν μπορεί να μιλήσει, κοκκινίζει, βγάζει ατμούς από τα αυτιά… Η κόρη του δεν τολμάει να του πει πως η γιαγιά της έχει κι άλλα μέσα στο ψυγείο. Δεν θέλει να μείνει ορφανή.

Πάντως τίποτα από αυτά δεν πτοεί τη γιαγιά που είναι σίγουρη πως όλα αυτά είναι τα απολύτως απαραίτητα κι έτσι καταλήγει ο γιός να χωρέσει μέσα στο αυτοκίνητο (που ευτυχώς είναι ένα πολυμορφικό και έχει πολύ χώρο), τη γιαγιά, το σκύλο της, τη γυναίκα που θα καθαρίσει, τη γυναίκα του για παρέα στο γυρισμό, καθώς και τρόφιμα που φτάνουν για μια 5μελή οικογένεια που θα μείνει σε καταφύγιο για 3 μήνες.

Μετά από λίγη ώρα χτυπάει το τηλέφωνο στο σπίτι. Το σηκώνει η εγγονή.
-Γειά σου παιδί μου, η θεία σου είμαι. Να σε ρωτήσω, έχει φύγει ο πατέρας σου;
-Ναι θεία, στο δρόμο πρέπει να είναι τώρα.
-Α, γιατί εγώ είμαι ήδη στο εξοχικό και τους περιμένω. Έχω φέρει κάτι πράγματα για τη γιαγιά σου
(η εγγονή έχει αρχίσει να κρυφογελάει)
-Τι πράγματα θεία;
-Κάτι τρόφιμα. Μα γιατί γελάς έτσι;
-Ξέρεις θεία, έχουν πάρει τρόφιμα για περίπου όλο το χρόνο. Το αυτοκίνητο δε χωράει ούτε καρφίτσα.
-Α, κι εγώ έχω έρθει με το φορτηγάκι γεμάτο…..

Η γιαγιά μου

Ένα πρωινό με τη γιαγιά μου.
Η γιαγιά μου είναι γύρω στα 88, αλλά καμία σχέση με οτιδήποτε μπορεί να έχετε στο μυαλό σας για μια γιαγιά αυτής της ηλικίας. Η γιαγιά μου είναι με τα κομμωτήριά της, τα βαμμένα μαλλιά της, μασέρ και μανικιουρίστ στο σπίτι, ρούχα στην τρίχα και ένα λίφτινγκ πριν από καμιά δεκαριά χρόνια. Και μη νομίσετε πως είναι καμιά πλούσια. Με μια συνταξούλα είναι, αλλά τα λεφτά της προτιμά να τα ξοδεύει όλα για να περνά καλά (και χρεώνει και την πιστωτική της όσο γίνεται). Δεν κρατάει για τα γεράματα, ούτε για τη δύσκολη ώρα, δεν φυλάει για την κηδεία της, ούτε για να αφήσει στα παιδιά της. Έτσι είναι η γιαγιά μου.
Σε γενικές γραμμές είμαι η μοναδική (αν εξαιρέσουμε τον μπαμπά μου φυσικά) που δεν έχει πρόβλημα μαζί της και θα της κάνω την επίσκεψή μου και θα μιλήσουμε. Έτσι ένα από τα πρωινά που ήμουν στην Αθήνα ανέβηκε πάνω (γιατί μένει στον κάτω όροφο), να πιεί ένα φλυτζάνι καφέ, κάτι το οποίο κράτησε για κάνα 3ωρο. Την έβαλα λοιπόν και μου ξαναείπε την ιστορία της. Την παραθέτω:
Η μαμά της ήταν Αθηναία, ο μπαμπάς της δεν ξέρει που γεννήθηκε αλλά είχε καταγωγή από την Άνδρο. Γνωρίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο παππούς της (του μπαμπά της ο μπαμπάς) ήταν διευθυντής ενός εργοστασίου καπνού, ενώ ο άλλος παππούς ήταν πρόξενος. Παντρεύτηκαν στην Κωνσταντινούπολη, τα πρώτα παιδιά τα έκαναν εκεί. Μετά μετακόμισαν στη Θεσσαλονίκη όπου γεννήθηκε η γιαγιά. Ένα από τα παιδιά γεννήθηκε στο Φάληρο όπου είχαν έρθει για διακοπές. Το τελευταίο γεννήθηκε και αυτό στην Κωνσταντινούπολη, όπου κάποιος θείος τους έπεισε να επιστρέψουν. Εκεί η γιαγιά πήγε σε προνήπιο και νήπιο στις Καθολικές Καλόγριες, αλλά όταν η μαμά της έμαθε πως την τιμώρησαν επειδή έκανε ορθόδοξα το σταυρό της, πήρε και τα τρία παιδιά που είχε εκεί και τα έβαλε σε κάποιο άλλο ιδιωτικό σχολείο. Λεφτά είχαν πάρα πολλά και στο σπίτι είχαν 3 υπηρέτριες και μία νταντά. Στις καλόγριες αλλά και στο ιδιωτικό έμαθε αγγλικά, γαλλικά και τούρκικα (εκτός των ελληνικών) και παρότι έφυγαν από την Κωνσταντινούπολη όταν ήταν ακόμα μικρή (τρίτη δημοτικού απ’ό,τι κατάλαβα) θυμάται ακόμα γαλλικά και τούρκικα ποιηματάκια. Θυμάται την Κωνσταντινούπολη με αγάπη και θεωρεί φυσικά πως και η Πόλη αλλά και η μισή Τουρκία περίπου είναι ελληνικό έδαφος (εκεί που μιλούσαμε για το τώρα ξαφνικά μου λέει πως για όλα φταίνε οι αυτοκράτορες που δεν έβλεπαν πως οι Τούρκοι έπαιρναν το ένα χωριό μετά το άλλο και φυσικά εκείνος ο έλληνας που τους άνοιξε την πόρτα. Ε, όταν μιλάς με γιαγιάδες ψιλοκαραφλιάζεις καμιά φορά). Ο πατέρας της φοβήθηκε μην οι κόρες του μεγαλώνοντας ξελογιαστούν με κάνα Τούρκο και έτσι έφυγαν από εκεί και ήρθαν στην Αθήνα (φυσικά αυτή είναι η επίσημη εκδοχή. Η ανεπίσημη ειναι πως και στη Θεσσαλονίκη αλλά και στην Αθήνα ήρθε ο παππούς ακολουθώντας μια γκομενίτσα -μάλλον την ίδια και τις δύο φορές. Μέγας γκομενάκιας ο προπάππος. Αλλά φυσικά η γιαγιά δεν ήθελε να μείνει στην ιστορία αυτή η εκδοχή. Ούτε και ότι αυτή μαζί με την αδερφή της την κυνηγήσανε στην Ομόνοια, την πιάσανε και την ξεμαλιάσανε.). Εδώ με εξετάσεις πέρασε δύο τάξεις έτσι και πήγε κατευθείαν γυμνάσιο. Ήθελε να πάει Πανεπιστήμιο για να γίνει γιατρός, αλλά εκείνη την εποχή πλήρωνες στα Πανεπιστήμια και ο πατέρας της έχασε όλη την περιουσία του. Έτσι δεν πήγε. Το χτύπημα (της περιουσίας) ήταν μεγάλο, αλλά αντέξανε. Τον παππού μου τον γνώρισε μέσω του μεγάλου της αδερφού με τον οποίο ήταν φίλοι. Στην αρχή ήταν φίλοι και της έβαζε σοκολάτες κάτω από το μαξιλάρι της και μετά ήρθε ο έρωτας. Είναι χήρα 30 χρόνια τώρα, αλλά δεν σκέφτηκε ποτέ να ξαναπαντρευτεί, γιατί τον παππού λέει τον αγαπούσε πολύ, είχαν πολύ καλή σχέση, την καταλάβαινε, την βοηθούσε στο σπίτι και με τα παιδιά. Πως θα δεχόταν άλλον άντρα στο κρεββάτι της; Να της έπεφτε και κανείς που θα την έδερνε ή θα την ήθελε σκλάβα και υπηρέτρια; Να της λείπει καλύτερα. Φυσικά άκουσα και άλλες κουφές ιστορίες για το πως όλες οι γυναίκες που είχε μέχρι τώρα για βοήθεια την κλέβουνε, για το πως οι κρέμες φταίνε που η θεία η Καίτη (η αδερφή της) είχε ζαρώσει μεγαλώνοντας ενώ αυτή που δεν έβαζε έχει δερματάκι μωρού. Μάλλον έχει ξεχάσει το πόσες κρέμες της έβαζα όταν ήμουν μικρή καθώς και το λίφτινγκ… Την άκουσα να λέει πως μπορεί κανείς να καταλάβει ότι η άλλη μου γιαγιά δεν έχει πάει και πολύ σχολείο από αυτά που λέει (μεγάλη αγάπη οι δύο συμπεθέρες!) και κόντεψα να πνιγώ, όταν μου είπε “ε, τι να κάνει η κοπέλα;” – για την άλλη γιαγιά αυτό, ετών 82.

Όλο αυτό μου άρεσε πολύ και θα ήθελα να μπορούσα να καταγράψω όλη την ιστορία και των τριών παπουδογιαγιάδων μου που ζουν ακόμα.