Στο άπειρο και ακόμα παραπέρα

Lombok

Ναι, εκεί που έγινε ο σεισμός… Γλυτώσαμε και το ηφαίστειο (που έγινε 2-3 μέρες πριν πάμε) και τον σεισμό (που έγινε 15 μέρες μετά).

Ψάχνοντας να βρω τι άλλο θα άρεσε στον Γιώργο να κάνουμε στο ταξίδι αυτό, είδα πως πολύς κόσμος κάνει ανάβαση στο βουνό Ριντζάνι, όπου έχει έναν κρατήρα ηφαιστείου και η θέα είναι πραγματικά απίστευτη. Άρχισα να το ψάχνω, αλλά κατέληξα στο ότι θέλαμε 5 μέρες για να το κάνουμε αυτό, έπρεπε να έχουμε εξοπλισμό, να είμαστε σε πολύ καλή φυσική κατάσταση και ήταν και δύσκολο και ελαφρώς επικίνδυνο (πχ να γλυστρίσεις και να σπάσεις ή να γυρίσεις τίποτα). Είπα άσε καλύτερα και έψαξα για μια πιο light δραστηριότητα. Μου πρότεινε λοιπόν ένας τύπος εκεί που με έφεραν σε επαφή από τη δουλειά, ότι υπάρχουν διάφοροι λόφοι τριγύρω και είναι μια μερούλα μόνο η ανάβαση, ευκολάκι πράγμα. Οπότε κανονίσαμε να κάνουμε αυτό.

Spoiler alert: το μετανιώσαμε…

  1. Ταλαιπωρηθήκαμε να πάμε εκεί. Είναι μεγάλη ιστορία για να τη γράψω εδώ αλλά δυσκολευτήκαμε να βρούμε τις σωστές πληροφορίες για το πώς να πάμε (τις οποίες και δε βρήκαμε εντέλει και πήγαμε με το λάθος καράβι), είχε φουρτούνα και ζαλιστήκαμε όλοι, το ταξίδι ήταν αρκετά μεγάλο και φάγαμε μια μέρα να πάμε.
  2. Ο κόσμος εκεί δεν έχει μάθει να είναι με ξένους και τους αντιμετωπίζει περίεργα. Δεν είναι κακοί ή αγενείς, δεν θα σε πειράξουν, αλλά σε κάνουν να αισθάνεσαι άβολα.
  3. Ο “λόφος” ήταν γύρω στα 1000 μ. ύψος και η ανάβαση ήταν δύσκολη και η κατάβαση τρομακτική. Θα ήταν εύκολο να είχε χτυπήσει κάποιος

 

Η πρώτη ταλαιπωρία λοιπόν ήταν το να φτάσουμε. Αυτός από το Λομπόκ μας είχε πει να πάρουμε το αργό καράβι, στο Μπαλί όλοι έκαναν ότι δεν ξέρουν τι είναι αυτό ή πώς να πας… κυρίως γιατί όλοι είχαν κάποια σύμβαση με ένα από τα γρήγορα καράβια και θα έχαναν προμήθεια. Στο τέλος αποφασίσαμε να πάμε με το γρήγορο για να μην ταλαιπωρηθούμε πολύ. Καταλήξαμε σε μια μπακατέλα πλοίο της συμφοράς που με το κύμα που είχε (που δεν ήταν πια και τρομακτικό) βγήκαμε από μέσα κίτρινοι και πολύ ζαλισμένοι!

Όσο από το Λομπόκ είδαμε (δηλαδή από το λιμάνι μέχρι το Σεμπαλούν που μείναμε), ήταν σαφώς πιο ξερό από το Μπαλί. Όχι ξερό, και πάλι πιο πράσινο από την Ελλάδα, αλλά καμία σχέση με αυτό που είχαμε δει. Δεν είχε ούτε την πολυχρωμία και την ωραία ατμόσφαιρα, γιατί εδώ δεν είναι Ινδουιστές, αλλά Μουσουλμάνοι. Είναι σαφώς πιο φτωχό μέρος, έχει κόσμο με λιγότερη εκπαίδευση και δεν έχουν -ακόμα- συνηθίσει τόσο τους τουρίστες. Στο Σεμπαλούν μάλιστα μας δόθηκε η εντύπωση πως ήταν μια πόλη που χτιζόταν τώρα, πολλά καινούρια ξενοδοχεία (που δεν είχαν τελειώσει ακόμα), καινούρια κτήρια, ένας αναβρασμός παντού. Μάθαμε πως ξεκίνησε να έχει τουρισμό πριν 3 χρόνια και μόλις πέρυσι άρχισαν να έχουν τόσους τουρίστες που θέλαν να ανέβουν στο Rinjani.

(γάμος στο Λομπόκ)

To ξενοδοχείο έμοιαζε πολυτελές με την πρώτη ματιά, αλλά στο τέλος έβλεπες πως το είχε φτιάξει κάποιος που ήξερε πώς έπρεπε να μοιάζει ή τι να έχει ένα ξενοδοχείο, χωρίς να ξέρει όμως το γιατί. Δηλαδή ήξερε πως πρέπει να έχει κομοδίνο και λάμπα, αλλά αντί να τα βάλει δίπλα στο κρεβάτι (όπου έχουν ένα σκοπό και νόημα), τα έβαλε όπου του περίσσευε χώρος, ίσα για να υπάρχουν. Ήξερε πως ο ξένος θέλει ντους, οπότε έφτιαξαν μπάνιο με ντους και πλακάκια κάτω, έβαλαν και αποχέτευση, αλλά δεν είχαν ιδέα πώς δουλεύει και ότι πρέπει να έχει κλίση το πάτωμα ώστε το νερό να πηγαίνει στην αποχέτευση και όχι να μαζεύεται στο κέντρο και να πρέπει να το σπρώχνεις ή να το σκουπίζεις για να πάει εκεί που πρέπει. Για να μην αναφέρω πως το ντους ήταν πάνω σχεδόν από τη λεκάνη της τουαλέτας αντί να είναι τουλάχιστον απέναντι, κι έτσι τα πάντα ήταν όλη την ώρα βρεγμένα. Δε νομίζω να ήταν μόνο το δικό μας έτσι, απ’ όσο συζητήσαμε όλα έτσι είναι, για τον απλούστατο λόγο πως όλα αυτά είναι εντελώς έξω από την κουλτούρα τους και δε γνωρίζουν τι πρέπει να γίνει.

Εγώ δεν ένιωθα καθόλου καλά, δεν έφαγα τίποτα, ανακατευόμουν. Ξύπνησα και ετοιμάστηκα να ανέβουμε, αλλά το σκεφτόμουν πολύ σοβαρά αν θα έπρεπε να πάω ή όχι. Η αμφιβολία μου διαλύθηκε πολύ σύντομα! Μας πήγε ο οδηγός σε ένα λοφάκι εκεί κοντά για να μας δείξει τον πρώτο οικισμό που τον έχουν κάνει κάτι σα μουσείο και μας ανέβασε λίγο ψηλά να δούμε τη θέα. Τα έφτυσα άμεσα και είπα οκ, δε μπορώ να το κάνω. Η Ιωάννα από την άλλη κατατρόμαξε στο κατέβασμα και είπε κι αυτή πως δε συνεχίζει. Έτσι αφήσαμε τα αγόρια να πάνε και εμείς γυρίσαμε στο ξενοδοχείο.

Τα αγόρια ανέβηκαν και χάρηκαν που τα κατάφεραν, είδαν την υπέροχη θέα, το ηλιοβασίλεμα και την ανατολή, αλλά και οι δυο θεωρούν πως δεν άξιζε η ταλαιπωρία.

Η διαδρομή ήταν γεμάτη σκουπίδια (γενικά έβλεπες παντού σκουπίδια γύρω σου σε μεγάλες ποσότητες), κουράστηκαν στο ανέβασμα, τρόμαξαν στο κατέβασμα, δεν έφαγαν και καλά.

Οι ντόπιοι το έχουν για τίποτα το ανέβασμα εκεί, το κάνουν με τις σαγιονάρες για την πλάκα τους, αλλά για εμάς δεν είναι τόσο εύκολο. Φαντάζομαι για κάποιον που κάνει αναβάσεις θα είναι καλύτερα.

Με αυτά και με κείνα χάρηκα πολύ όταν φύγαμε από το Λομπόκ.

Εδώ είναι η πρώτη φορά που αντικρίζουμε τη θάλασσα και τις εξωτικές παραλίες της Ινδονησίας. Και όχι, δεν είναι άμμος αυτό που βλέπετε… Είναι κοράλια θρυμματισμένα…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *